[χρόνος ανάγνωσης 2 λεπτά και 46 δευτ.]
H ΕΕ αντιμετωπίζει δυσκολίες στην προσπάθειά της να εξασφαλίσει τις πρώτες ύλες που χρειάζεται για να επιτύχει τους ενεργειακούς και κλιματικούς στόχους της. Αυτό είναι το συμπέρασμα νέας έκθεσης του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου (ΕΕΣ) – (επισυνάπτεται). Η δράση της ΕΕ για τη διαφοροποίηση των εισαγωγών δεν αποφέρει απτά αποτελέσματα, υπάρχουν κωλύματα που εμποδίζουν την εγχώρια παραγωγή και η ανακύκλωση βρίσκεται ακόμη στα σπάργανα. Στο πλαίσιο αυτό, το κλιμάκιο ελέγχου κρίνει ότι πολλά από τα έργα που λαμβάνουν στήριξη από την ΕΕ δεν θα καταφέρουν να επιτύχουν εμπρόθεσμα τον στόχο τους.
Η μετάβαση της ΕΕ στην ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τεχνικό εξοπλισμό, όπως μπαταρίες, ανεμογεννήτριες και ηλιακούς συλλέκτες, για την κατασκευή των οποίων απαιτούνται κρίσιμες πρώτες ύλες, όπως λίθιο, νικέλιο, κοβάλτιο, χαλκός και σπάνιες γαίες. Οι περισσότερες από αυτές τις πρώτες ύλες συγκεντρώνονται επί του παρόντος είτε σε μία μόνο είτε σε μικρό αριθμό τρίτων χωρών, μεταξύ των οποίων η Κίνα, η Τουρκία και η Χιλή. Για την αντιμετώπιση αυτής της τρωτότητας, η ΕΕ εξέδωσε το 2024 την πράξη για τις κρίσιμες πρώτες ύλες, με σκοπό τη διασφάλιση, σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, του ασφαλούς εφοδιασμού της με 26 ορυκτά που προσδιορίζονται ως κρίσιμα για την ενεργειακή μετάβαση.
Η ασφάλεια εφοδιασμού μπορεί να επιτευχθεί μέσω διαφοροποίησης των εισαγωγών, αύξησης της εγχώριας παραγωγής και ανακύκλωσης. Η πράξη για τις κρίσιμες πρώτες ύλες θέτει μόνο μη δεσμευτικούς στόχους προς επίτευξη μέχρι το 2030, και καλύπτει έναν μικρό μόνο αριθμό πρώτων υλών, οι οποίες θεωρούνται «στρατηγικές» λόγω της υψηλής οικονομικής σημασίας τους και των σχετικών εφοδιαστικών κινδύνων. Δεν είναι σαφές πώς καθορίστηκαν τα επίπεδα που πρέπει να επιτευχθούν μέχρι το 2030. Επιπλέον, ο δρόμος για την επίτευξη των στόχων είναι μακρύς, σύμφωνα με το κλιμάκιο ελέγχου, και η ΕΕ θα δυσκολευτεί να εξασφαλίσει τον εφοδιασμό της με τις στρατηγικές πρώτες ύλες που χρειάζεται μέχρι το τέλος της δεκαετίας.
Με την πράξη για τις κρίσιμες πρώτες ύλες, η ΕΕ έκανε μεγάλη προσπάθεια να μειώσει την εξάρτησή της από τις λίγες προμηθεύτριες χώρες της. Ωστόσο, οι προσπάθειες διαφοροποίησης των εισαγωγών δεν έχουν ακόμη αποφέρει απτά αποτελέσματα, όπως επισημαίνει το κλιμάκιο ελέγχου. Για παράδειγμα, την τελευταία πενταετία, η ΕΕ υπέγραψε 14 στρατηγικές εταιρικές σχέσεις σχετικά με πρώτες ύλες, επτά εκ των οποίων σε χώρες με χαμηλές επιδόσεις στον τομέα της διακυβέρνησης. Μεταξύ 2020 και 2024, οι εισαγωγές από τις εν λόγω χώρες-εταίρους μειώθηκαν για τις μισές περίπου από τις πρώτες ύλες που εξετάστηκαν. Άλλες δράσεις της ΕΕ βρίσκονται σε στασιμότητα, όπως οι διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ, οι οποίες διακόπηκαν το 2024, ενώ άλλες μένει ακόμη να γίνουν πράξη, όπως η συμφωνία ΕΕ-Mercosur με τις πλούσιες σε κρίσιμες πρώτες ύλες Αργεντινή, Βραζιλία, Παραγουάη και Ουρουγουάη, η οποία δεν έχει ακόμη κυρωθεί από όλες τις χώρες της ΕΕ.
Η πράξη για τις κρίσιμες πρώτες ύλες προβλέπει επίσης ότι, μέχρι το 2030, τουλάχιστον το 25 % των στρατηγικών πρώτων υλών της ΕΕ θα πρέπει να προέρχεται από ανακυκλωμένες πηγές. Ωστόσο, οι προοπτικές είναι μάλλον δυσοίωνες: τα ποσοστά ανακύκλωσης 7 από τις 26 πρώτες ύλες που χρειάζονται για την ενεργειακή μετάβαση κυμαίνονται επί του παρόντος μεταξύ 1 % και 5 %, ενώ 10 πρώτες ύλες δεν ανακυκλώνονται. Επιπλέον, οι περισσότερες τιμές-στόχος ανακύκλωσης της ΕΕ δεν αφορούν συγκεκριμένες πρώτες ύλες. Δεν παρέχονται έτσι κίνητρα για την ανακύκλωση μεμονωμένων πρώτων υλών, ιδίως εκείνων που είναι δυσκολότερο να εξαχθούν, όπως οι σπάνιες γαίες από ηλεκτροκινητήρες ή το παλλάδιο από ηλεκτρονικά είδη. Επίσης, δεν ενθαρρύνεται η χρήση ανακυκλωμένων υλικών. Το κλιμάκιο ελέγχου επισημαίνει ότι οι Ευρωπαίοι φορείς ανακύκλωσης έρχονται αντιμέτωποι με υψηλό κόστος επεξεργασίας, μικρές διαθέσιμες ποσότητες και τεχνολογικούς και κανονιστικούς φραγμούς που επιβαρύνουν την ανταγωνιστικότητά τους.
Ένας ακόμη σκοπός της ΕΕ είναι η ενίσχυση της εγχώριας εξόρυξης στρατηγικών πρώτων υλών προκειμένου να καλύψει το 10 % της κατανάλωσής της. Ωστόσο, στην πραγματικότητα, οι δραστηριότητες εξερεύνησης δεν έχουν προχωρήσει αρκετά. Ακόμη και όταν εντοπίζονται νέα κοιτάσματα, μπορεί να χρειαστούν μέχρι και 20 χρόνια έως ότου να καταστεί επιχειρησιακό ένα εξορυκτικό έργο της ΕΕ. Οποιαδήποτε συμβολή τους είναι επομένως δύσκολο να μετρηθεί, αν σκεφτεί κανείς ότι η προθεσμία εκπνέει το 2030. Η ΕΕ φιλοδοξεί να επεξεργάζεται το 40% των κρίσιμων πρώτων υλών που καταναλώνει μέχρι το 2030. Ωστόσο, η ικανότητά της στον τομέα αυτό της τείνει να αφανιστεί, εν μέρει λόγω του υψηλού ενεργειακού κόστους, το οποίο μπορεί να υπονομεύσει σοβαρά την ανταγωνιστικότητα. Το ΕΕΣ προειδοποιεί ότι η ΕΕ μπορεί να παγιδευτεί σε έναν φαύλο κύκλο, όπου τα προβλήματα εφοδιασμού εμποδίζουν την ανάπτυξη έργων επεξεργασίας πρώτων υλών, γεγονός που με τη σειρά του αποδυναμώνει το κίνητρο για την εξασφάλιση του εφοδιασμού.
Αναλυτικά ολόκληρη η Έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου:




