[χρόνος ανάγνωσης 3 λεπτά και 1 δευτ.]
Του Σωκράτη Αργύρη
Όταν ο Τζον Στάινμπεκ έγραφε Τα σταφύλια της οργής, δεν κατέγραφε απλώς μια αγροτική κρίση. Αποτύπωνε τη βίαιη συνάντηση της οικονομίας με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, εκεί όπου η γη παύει να θρέφει και μετατρέπεται σε βάρος, και όπου ο αγρότης, από φορέας παραγωγής, γίνεται πλεονάζων πληθυσμός. Σχεδόν έναν αιώνα μετά, η Ελλάδα δεν βιώνει μια αμερικανική Μεγάλη Ύφεση· ωστόσο, οι εικόνες των τρακτέρ που παρατάσσονται στις εθνικές οδούς, τα αυτοσχέδια μπλόκα και η συσσωρευμένη αγανάκτηση της υπαίθρου παραπέμπουν σε μια ανάλογη υπαρξιακή ρωγμή: την αποσύνδεση της πολιτικής εξουσίας από εκείνους που εξακολουθούν να παράγουν πραγματικό πλούτο.
Οι Έλληνες αγρότες δεν εξεγείρονται αιφνιδίως. Η οργή τους είναι το τελικό στάδιο μιας μακράς φθοράς. Εδώ και δεκαετίες, η αγροτική παραγωγή συμπιέζεται ανάμεσα σε ευρωπαϊκές ποσοστώσεις, ασταθές κόστος ενέργειας, καρτέλ στην αγορά εφοδίων και μια αγορά που απορροφά την υπεραξία χωρίς να επιστρέφει τίποτα στον παραγωγό.
Το χωράφι έγινε αριθμός, ο αγρότης στατιστική, και η ύπαιθρος ένα πρόβλημα προς διαχείριση — όχι ένας χώρος ζωής.
Τα μπλόκα δεν είναι απλώς μορφή πίεσης. Είναι η τελευταία γλώσσα που απομένει σε έναν κόσμο που δεν ακούγεται πια. Οι εθνικές οδοί, σύμβολα της ενοποιημένης αγοράς και της αδιάκοπης ροής εμπορευμάτων, μετατρέπονται σε τόπους ρήξης. Εκεί, το τρακτέρ —εργαλείο παραγωγής— γίνεται πολιτικό όπλο. Όχι από επιλογή, αλλά από ανάγκη.
Η ελληνική αγροτιά βρίσκεται παγιδευμένη σε μια αντίφαση: καλείται να είναι ανταγωνιστική σε μια παγκοσμιοποιημένη αγορά, ενώ λειτουργεί σε συνθήκες που υπονομεύουν συστηματικά τη βιωσιμότητά της. Το κόστος καυσίμων, λιπασμάτων και ζωοτροφών έχει εκτοξευθεί. Οι επιδοτήσεις, όταν φτάνουν, συχνά καταλήγουν να καλύπτουν προηγούμενα χρέη. Οι φυσικές καταστροφές —πλημμύρες, ξηρασίες, πυρκαγιές— αντιμετωπίζονται ως έκτακτα φαινόμενα, ενώ αποτελούν πια τη νέα κανονικότητα της κλιματικής κρίσης.
Μέσα σε αυτό το τοπίο, το κράτος εμφανίζεται κυρίως ως εισπρακτικός μηχανισμός και λιγότερο ως εγγυητής επιβίωσης. Η αγροτική πολιτική περιορίζεται σε εξαγγελίες και αποσπασματικά μέτρα, χωρίς στρατηγικό όραμα για το τι σημαίνει αγροτική παραγωγή σε μια χώρα που θέλει να διατηρεί έστω και στοιχειώδη επισιτιστική ασφάλεια.
Η ελληνική κυβέρνηση αντιμετωπίζει τις κινητοποιήσεις με έναν γνώριμο συνδυασμό τεχνοκρατικής απόστασης και επικοινωνιακής διαχείρισης. Οι αγρότες παρουσιάζονται άλλοτε ως «δίκαια αγανακτισμένοι» και άλλοτε ως «μειοψηφίες που ταλαιπωρούν την κοινωνία». Η ουσία, όμως, παραμένει αμετάβλητη: η σύγκρουση δεν αφορά μόνο επιμέρους αιτήματα, αλλά το ίδιο το παραγωγικό μοντέλο της χώρας.
Εδώ ακριβώς αποκαλύπτεται η βαθύτερη πολιτική κρίση. Δεν πρόκειται για μια κυβέρνηση που πολιορκείται από εξωτερικές πιέσεις, αλλά για μια εξουσία που φθείρεται από την ίδια της τη λογική.
Οι αγρότες γνωρίζουν ότι δεν μπορούν να κερδίσουν οριστικά. Το γνωρίζει και ο Στάινμπεκ: οι ήρωές του δεν νικούν το σύστημα, απλώς επιμένουν να υπάρχουν. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και σήμερα. Τα μπλόκα δεν είναι επανάσταση, αλλά άρνηση εξαφάνισης. Είναι η συλλογική δήλωση ότι η ζωή δεν μπορεί να υποταχθεί πλήρως στους δείκτες και τους προϋπολογισμούς.
Υπάρχει, ωστόσο, και μια πιο ανησυχητική διάσταση. Η κοινωνική κόπωση και η αίσθηση εγκατάλειψης δημιουργούν πρόσφορο έδαφος για πολιτικές εκτροπές. Όταν η δημοκρατία δεν παράγει απαντήσεις, άλλες φωνές καραδοκούν να γεμίσουν το κενό — συχνά με απλοϊκές, αυταρχικές ή διχαστικές λύσεις. Η αγροτική οργή δεν είναι εγγενώς προοδευτική· γίνεται ό,τι της επιτρέπουν οι συνθήκες.
Η ιστορία της ελληνικής υπαίθρου είναι γεμάτη κύκλους υποσχέσεων και ματαιώσεων. Από την ένταξη στην ΕΟΚ μέχρι τα μνημόνια, ο αγρότης βρέθηκε επανειλημμένα στο επίκεντρο μεγαλόστομων σχεδίων που κατέληξαν σε αδιέξοδα. Σήμερα, η τεχνολογική μετάβαση και η «πράσινη ανάπτυξη» προβάλλονται ως νέα λύση, χωρίς όμως να απαντούν στο βασικό ερώτημα: ποιος θα μείνει να καλλιεργεί τη γη;
Η εικόνα των μπλόκων είναι, τελικά, μια εικόνα οριακή. Δεν αφορά μόνο τη σύγκρουση με την κυβέρνηση, αλλά τη σύγκρουση μιας κοινωνίας με το ίδιο της το μέλλον. Αν η αγροτική παραγωγή καταρρεύσει, δεν θα καταρρεύσουν μόνο οι αγρότες. Θα καταρρεύσει ένα ολόκληρο πλέγμα κοινωνικών σχέσεων, γνώσης και τοπικής οικονομίας που δεν αντικαθίσταται με εισαγωγές και στατιστικές.
Στα Σταφύλια της οργής, η μεγαλύτερη τραγωδία δεν είναι η φτώχεια, αλλά η απώλεια νοήματος. Όταν ο άνθρωπος παύει να αναγνωρίζει τον εαυτό του στη δουλειά του, τότε η οργή γίνεται αναπόφευκτη. Οι Έλληνες αγρότες βρίσκονται ακριβώς σε αυτό το σημείο: όχι μόνο φτωχότεροι, αλλά αόρατοι.
Το ερώτημα που τίθεται δεν είναι αν θα λυθούν τα μπλόκα, αλλά αν θα αρθρωθεί ποτέ μια πολιτική που να βλέπει την ύπαιθρο όχι ως πρόβλημα, αλλά ως προϋπόθεση επιβίωσης. Μέχρι τότε, οι εθνικές οδοί θα συνεχίσουν να γεμίζουν τρακτέρ — όχι επειδή οι αγρότες το επιλέγουν, αλλά επειδή δεν τους αφήνεται άλλη επιλογή. Η ύπαιθρος λειτουργεί εδώ ως καθρέφτης: ό,τι συμβαίνει στους αγρότες, προαναγγέλλει συχνά όσα θα ακολουθήσουν και σε άλλους τομείς της κοινωνίας.
Η αποσύνδεση ανάμεσα στην πολιτική αφήγηση της «ανάπτυξης» και την κοινωνική εμπειρία της ανασφάλειας δεν είναι τυχαία, ούτε απλώς επικοινωνιακή. Είναι το αποτέλεσμα ενός τρόπου διακυβέρνησης που αναπαράγεται αυτοαναφορικά, χωρίς κοινωνική ανατροφοδότηση. Η κυβέρνηση δεν φθείρεται επειδή δέχεται επίθεση, αλλά επειδή λειτουργεί πλέον ως ένας μηχανισμός που επιβιώνει μέσα από τη δική του αποσύνθεση.
Και όπως μας υπενθυμίζει η λογοτεχνία, όταν η οργή ωριμάσει πλήρως, δεν γίνεται πια να επιστρέψει αθόρυβα στη γη.




