Του Σωκράτη Αργύρη
[χρόνος ανάγνωσης 8 λεπτά και 49 δευτ.]
Ο χρόνος είναι ο μεγάλος αντίπαλος της ροκ μουσικής. Ή, ίσως, ο μεγαλύτερος της σύμμαχος. Από τη στιγμή που το ροκ γεννήθηκε ως νεανική έκρηξη –μια άρνηση της ωριμότητας, της κανονικότητας και του μέλλοντος– βρέθηκε σε μια μόνιμη σύγκρουση με το αναπόφευκτο πέρασμα των χρόνων. Κι όμως, όσο οι μουσικοί μεγάλωναν, τόσο ο χρόνος μετατρεπόταν από αόρατο εχθρό σε κεντρικό πρωταγωνιστή των τραγουδιών τους.
Δεν
Από τους Pink Floyd μέχρι τον David Bowie και από τους Deep Purple έως τη σύγχρονη ροκ ενδοσκόπηση, ο χρόνος δεν είναι απλώς θεματική· είναι υπαρξιακό πρόβλημα.
Όταν οι Pink Floyd κυκλοφόρησαν το The Dark Side of the Moon το 1973, η ροκ μουσική έπαψε οριστικά να αφορά μόνο την ενέργεια και την επανάσταση. Έγινε φιλοσοφία. Και στο κέντρο του άλμπουμ, σχεδόν σαν καρδιακός παλμός, βρισκόταν το τραγούδι “Time”.
Το τραγούδι δεν ξεκινά με κιθάρες ή φωνές, αλλά με ρολόγια που χτυπούν μανιασμένα. Είναι ένα σοκ – μια υπενθύμιση ότι ο χρόνος δεν περιμένει κανέναν. Οι στίχοι του Roger Waters είναι ωμοί και σχεδόν σκληροί: “And then one day you find / ten years have got behind you” [Και έπειτα, μια μέρα καταλαβαίνεις πως δέκα χρόνια έχουν μείνει πίσω σου]. Δεν υπάρχει ρομαντισμός εδώ. Υπάρχει μόνο η συνειδητοποίηση ότι η ζωή περνά χωρίς να ζητά άδεια.
Οι Pink Floyd αντιλαμβάνονται τον χρόνο ως παγίδα της σύγχρονης ύπαρξης. Δεν είναι απλώς βιολογικός· είναι κοινωνικός, οικονομικός, ψυχολογικός. Στο ίδιο άλμπουμ, τραγούδια όπως το “Breathe” και το “Us and Them” συμπληρώνουν την εικόνα ενός κόσμου όπου οι άνθρωποι εργάζονται, πολεμούν και γερνούν χωρίς να προλαβαίνουν να ζήσουν.
Στο Wish You Were Here και αργότερα στο The Wall, ο χρόνος γίνεται μνήμη και τραύμα. Η απουσία, η απώλεια, η παιδική ηλικία που χάθηκε – όλα λειτουργούν ως απόδειξη ότι ο χρόνος δεν θεραπεύει τα πάντα. Αντίθετα, συχνά τα βαθαίνει.
Το 1973 υπήρξε μια χρονιά-τομή για τη ροκ μουσική. Όχι επειδή ήταν πιο θορυβώδης ή πιο επαναστατική από τις προηγούμενες, αλλά επειδή άρχισε να σκέφτεται σοβαρά τον εαυτό της μέσα στον χρόνο. Μέσα σε αυτή τη συγκυρία, δύο από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες της εποχής κυκλοφόρησαν τραγούδια με τον ίδιο, σχεδόν προκλητικό τίτλο: “Time”. Το ένα ανήκε στους Pink Floyd στο άλμπουμ The Dark Side of the Moon, το άλλο στο άλμπουμ του David Bowie, Aladdin Sane. Και όμως, η ομοιότητα σταματά εκεί.
Αν οι Pink Floyd φοβήθηκαν τον χρόνο, ο David Bowie τον αγκάλιασε – ή τουλάχιστον προσπάθησε να τον ξεγελάσει. Ο Bowie δεν αντιμετώπισε ποτέ τον χρόνο γραμμικά. Τον είδε ως ρευστό πεδίο ταυτοτήτων, ως σκηνή όπου μπορείς να αλλάζεις ρόλους για να επιβιώσεις.
Στους Pink Floyd, ο χρόνος είναι σύστημα. Είναι απρόσωπος, ψυχρός, μετρήσιμος. Το τραγούδι ξεκινά με τον εκκωφαντικό ήχο ρολογιών — όχι ως εφέ, αλλά ως υπαρξιακή εισβολή. Ο ακροατής δεν καλείται απλώς να ακούσει· καλείται να συνειδητοποιήσει.
Ο Roger Waters γράφει για τον χρόνο όπως θα έγραφε ένας κοινωνιολόγος σε υπαρξιακή κρίση. Ο χρόνος δεν επιτίθεται· απλώς λειτουργεί. Και ακριβώς γι’ αυτό είναι τρομακτικός. “You are young and life is long / and there is time to kill today” — μέχρι που ξαφνικά δεν υπάρχει. Ο χρόνος στους Pink Floyd είναι ο μεγάλος απατεώνας της καθημερινότητας.
Αντίθετα, στο “Time” του Bowie, ο χρόνος δεν είναι μηχανή αλλά πρόσωπο. Έχει σώμα, φύλο, παρακμή, σεξουαλικότητα. Είναι γελοίος και ταυτόχρονα απειλητικός. Ο Bowie δεν φοβάται να τον προσωποποιήσει, να τον διασύρει, να τον φέρει πάνω στη σκηνή σαν χαρακτήρα σε καμπαρέ.
Εκεί όπου οι Pink Floyd παρατηρούν τον χρόνο να κυλά, ο Bowie τον κοιτά στα μάτια και τον χλευάζει — έστω κι αν γνωρίζει ότι θα χάσει.
Το “Time” των Pink Floyd λειτουργεί σαν καθρέφτης της μεταπολεμικής μεσαίας τάξης. Είναι το τραγούδι ενός ανθρώπου που ξύπνησε πολύ αργά για να καταλάβει ότι η ζωή του οργανώθηκε γύρω από υποχρεώσεις και όχι επιθυμίες. Δεν υπάρχει λύτρωση, μόνο επίγνωση.
Το “Time” του Bowie, αντίθετα, δεν ενδιαφέρεται για τη λύση. Είναι μηδενιστικό με τρόπο καλλιτεχνικό. Ο χρόνος δεν καταστρέφει απλώς τη ζωή· καταστρέφει και τη σημασία της. Η λάμψη, το φύλο, η φήμη, η ίδια η ροκ σκηνή παρουσιάζονται ως στιγμιαίες φάρσες.
Ο Bowie δεν περιγράφει την παγίδα· στήνει τη σκηνή της αποσύνθεσης και χορεύει μέσα της.
Μουσικά, οι διαφορές είναι εξίσου αποκαλυπτικές. Το “Time” των Pink Floyd είναι δομημένο, σχεδόν αρχιτεκτονικό. Η κιθάρα του David Gilmour εκφράζει μελαγχολία, όχι χάος. Υπάρχει αίσθηση πορείας — σαν τον χρόνο που κυλά ασταμάτητα, αλλά με κατεύθυνση.
Στο “Time” του Bowie, η μουσική είναι αποσπασματική, καμπαρέ, σχεδόν εκτός χρόνου. Το πιάνο, οι αλλαγές στον ρυθμό και η θεατρική ερμηνεία διαλύουν κάθε αίσθηση σταθερότητας. Είναι ένα τραγούδι που αρνείται να “κάτσει” μέσα σε μέτρο — όπως ακριβώς και ο χρόνος που περιγράφει.
Παρά τις διαφορές τους, τα δύο τραγούδια μοιράζονται μια κοινή αγωνία: τον φόβο της ενηλικίωσης. Το 1973, οι καλλιτέχνες που είχαν ξεκινήσει στα μέσα της δεκαετίας του ’60 συνειδητοποιούσαν ότι δεν ήταν πια το μέλλον. Ήταν το παρόν — και σύντομα, το παρελθόν.
Οι Pink Floyd αντιδρούν με ενδοσκόπηση και κοινωνική κριτική. Ο Bowie με ειρωνεία και μεταμφίεση. Αλλά και οι δύο παραδέχονται το ίδιο πράγμα: ότι ο χρόνος δεν είναι ρομαντικός. Δεν είναι φίλος της τέχνης. Είναι απλώς αναπόφευκτος.
Το ίδιο 1973, δύο διαφορετικά τέλη.
Ίσως η μεγαλύτερη διαφορά να βρίσκεται στο τέλος των δύο τραγουδιών. Οι Pink Floyd αφήνουν μια αίσθηση θλίψης, αλλά και συνέχειας. Ο χρόνος περνά, και εσύ μαζί του. Ο Bowie, αντίθετα, αφήνει πίσω του στάχτες. Δεν υπάρχει συνέχεια, μόνο παράσταση.
Και ίσως εκεί να βρίσκεται η ουσία: οι Pink Floyd γράφουν για το πώς είναι να χάνεις τον χρόνο. Ο Bowie γράφει για το πώς είναι να σε χάνει ο χρόνος.
Δύο τραγούδια, ίδιος τίτλος, ίδια χρονιά. Και όμως, δύο εντελώς διαφορετικές απαντήσεις στο ίδιο, παλιό ερώτημα: τι κάνουμε όταν συνειδητοποιούμε ότι ο χρόνος δεν είναι πια με το μέρος μας;
Οι Deep Purple σπάνια εντάσσονται στις συζητήσεις για τη φιλοσοφία της ροκ. Κι όμως, η μουσική τους είναι βαθιά σημαδεμένη από τον ιστορικό χρόνο. Όχι τον προσωπικό χρόνο της ωρίμανσης ή της απώλειας, αλλά τον συλλογικό χρόνο της απειλής — εκείνον που ορίζεται από πολέμους, ιδεολογίες και τον μόνιμο φόβο της καταστροφής.
Το “Child in Time” (1970) δεν είναι απλώς ένα αντιπολεμικό τραγούδι·είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό τους σχόλιο πάνω στον χρόνο, είναι μια κραυγή μιας γενιάς που μεγάλωσε γνωρίζοντας ότι το μέλλον της μπορεί να τελειώσει απότομα.
Γραμμένο στο αποκορύφωμα του Ψυχρού Πολέμου και με τον πόλεμο του Βιετνάμ να βαθαίνει, το τραγούδι δεν μιλά για έναν συγκεκριμένο εχθρό. Μιλά για έναν κόσμο όπου ο χρόνος δεν υπόσχεται πρόοδο, αλλά αναμονή της καταστροφής.
Το “child” του τίτλου δεν είναι μόνο ένα παιδί. Είναι μια γενιά που ενηλικιώνεται κάτω από τη σκιά πυρηνικών απειλών και κρατικών μηχανισμών. Οι στίχοι του Ian Gillan — λιτοί, σχεδόν αρχαϊκοί — λειτουργούν σαν προφητεία: αν δεν μάθεις εγκαίρως, αν δεν ακούσεις, ο χρόνος δεν θα σε συγχωρήσει. Η γνώση εδώ δεν είναι προσωπική σοφία, αλλά πολιτική συνείδηση.
Μουσικά, το τραγούδι εξελίσσεται αργά, σχεδόν βασανιστικά. Η ένταση χτίζεται σαν αντίστροφη μέτρηση. Οι κραυγές του Gillan δεν είναι ροκ επίδειξη· είναι ήχος πανικού. Είναι ο ήχος ενός μέλλοντος που πλησιάζει, όχι με ελπίδα, αλλά με απειλή. Ο χρόνος δεν κυλά· σφίγγει.
Σε αντίθεση με τους Pink Floyd, που αναλύουν τον χρόνο ως κοινωνικό μηχανισμό, οι Deep Purple τον αντιμετωπίζουν ως ιστορική μοίρα. Δεν υπάρχει η ψευδαίσθηση ότι η πρόοδος θα λύσει τα πάντα. Η τεχνολογία — πυρηνικά όπλα, στρατιωτικοί μηχανισμοί, κρατική ισχύς — επιταχύνει τον χρόνο προς την καταστροφή αντί να τον εξανθρωπίζει.
Το “Child in Time” δεν προσφέρει λύση. Δεν υπάρχει κάθαρση, μόνο προειδοποίηση. Και ακριβώς γι’ αυτό παραμένει επίκαιρο. Σε κάθε εποχή που ζει με την αίσθηση ότι ο χρόνος μπορεί να τελειώσει απότομα — είτε από πόλεμο, είτε από οικολογική κατάρρευση — το τραγούδι επιστρέφει σαν φάντασμα.
Ο χρόνος εδώ δεν είναι προσωπικός· είναι συλλογικός. Είναι ο χρόνος της ανθρωπότητας που βαδίζει προς την αυτοκαταστροφή.
Οι Deep Purple αντιλαμβάνονται τον χρόνο ως κύκλο βίας και επανάληψης. Δεν υπάρχει η ψευδαίσθηση της προόδου. Υπάρχει μόνο η ελπίδα ότι κάποια γενιά θα μάθει από τα λάθη της προηγούμενης – μια ελπίδα που το τραγούδι αφήνει σκόπιμα ανοιχτή.
Οι Deep Purple, ίσως άθελά τους, έγραψαν ένα από τα πιο ειλικρινή πολιτικά τραγούδια της ροκ. Ένα τραγούδι που δεν πιστεύει ότι ο χρόνος γιατρεύει. Πιστεύει ότι ο χρόνος τιμωρεί όσους αρνούνται να τον καταλάβουν.
Στην ιστορία της σύγχρονης μουσικής, λίγοι καλλιτέχνες κατάφεραν να μιλήσουν για τον χρόνο χωρίς να παγιδευτούν στη νοσταλγία. Ο Bob Dylan και οι Radiohead, αν και χωρισμένοι από δεκαετίες, τεχνολογίες και αισθητικές, ανήκουν σε αυτή τη σπάνια κατηγορία. Και οι δύο αντιμετωπίζουν τον χρόνο όχι ως απλή ροή γεγονότων, αλλά ως δύναμη που αναδιαμορφώνει τον κόσμο και την ανθρώπινη συνείδηση.
Και όμως, σχεδόν την ίδια περίοδο, η ροκ μίλησε για τον χρόνο με ψίθυρο.
Στο Time in a Bottle (1972), ο Jim Croce δεν αντιμετωπίζει τον χρόνο ως ιστορική απειλή ή κοινωνικό μηχανισμό, αλλά ως προσωπική απώλεια πριν ακόμη συμβεί. Δεν υπάρχει εδώ προειδοποίηση ούτε κραυγή· υπάρχει η ήρεμη συνειδητοποίηση ότι ο χρόνος δεν μπορεί να αποθηκευτεί, μόνο να βιωθεί. Ο Croce φαντάζεται τον χρόνο σαν κάτι εύθραυστο, κάτι που θα ήθελε να φυλάξει για να το ξοδέψει με έναν άνθρωπο. Και ίσως γι’ αυτό το τραγούδι πονά περισσότερο εκ των υστέρων: γιατί ο ίδιος δεν πρόλαβε. Ο χρόνος που στους Deep Purple σφίγγει σαν θηλιά, στον Croce γλιστρά αθόρυβα από τα χέρια. Όχι ως καταστροφή, αλλά ως τρυφερή απουσία.
Για τον Bob Dylan, ο χρόνος είναι πρωτίστως ιστορικός. Δεν αφορά μόνο το άτομο, αλλά τη συλλογική εμπειρία. Στο “The Times They Are A-Changin’” ο χρόνος δεν περιγράφεται· κηρύσσεται. Είναι προφητικός, σχεδόν βιβλικός. Δεν υπάρχει ενδοσκόπηση, αλλά προειδοποίηση: όποιος δεν προσαρμοστεί, θα μείνει πίσω.
Ακόμη και στα πιο προσωπικά του τραγούδια, ο Dylan λειτουργεί σαν χρονικογράφος. Στο “Mr. Tambourine Man” ο χρόνος γίνεται ονειρικός, ένα μέσο διαφυγής από την πραγματικότητα. Στο “Not Dark Yet” των 90s, ο χρόνος βαραίνει — δεν φέρνει πια αλλαγή, αλλά κόπωση. Είναι η στιγμή που ο Dylan αναγνωρίζει ότι η Ιστορία δεν λυτρώνει πάντα.
Ο Dylan δεν φοβάται τον χρόνο. Τον αποδέχεται ως αναπόφευκτο μηχανισμό αλλαγής, ακόμη κι όταν αυτή η αλλαγή πονά.
Οι Radiohead, αντίθετα, γράφουν για έναν χρόνο κατακερματισμένο. Δεν υπάρχει γραμμική αφήγηση, ούτε σαφές παρελθόν ή μέλλον. Στο “No Surprises”, ο χρόνος είναι εξάντληση — η επανάληψη μιας ζωής χωρίς έξοδο κινδύνου. Στο “Videotape”, ο χρόνος γίνεται μνήμη που αναπαράγεται λίγο πριν το τέλος.
Σε έναν κόσμο ψηφιακό, υπερπληροφορημένο και αγχώδη, οι Radiohead δεν μπορούν να μιλήσουν για τον χρόνο με τη βεβαιότητα του Dylan. Ο χρόνος δεν αλλάζει τον κόσμο· απλώς τον αποσυνθέτει. Η τεχνολογία δεν επιταχύνει την πρόοδο, αλλά την αποξένωση.
Εκεί όπου ο Dylan βλέπει τον χρόνο ως ποτάμι που παρασύρει τα πάντα, οι Radiohead βλέπουν έναν λαβύρινθο χωρίς έξοδο.
Η πιο ουσιαστική διαφορά τους βρίσκεται στον τόνο. Ο Dylan γράφει σαν κάποιος που πιστεύει ακόμη στη δυνατότητα της αλλαγής. Ακόμη και όταν είναι σκοτεινός, υπάρχει μια ηθική πυξίδα. Οι Radiohead, αντίθετα, δεν προσφέρουν λύσεις. Καταγράφουν την αγωνία χωρίς υπόσχεση λύτρωσης.
Κι όμως, αυτή ακριβώς η διαφορά τους κάνει να μοιάζουν. Και οι δύο αρνούνται την ψευδαίσθηση ότι ο χρόνος είναι ουδέτερος. Για τον Dylan, είναι πολιτικός. Για τους Radiohead, είναι ψυχολογικός και τεχνολογικός.
Δύο εποχές, ίδια ανησυχία.
Ο Dylan έγραψε σε μια εποχή όπου ο χρόνος σήμαινε αλλαγή: πολιτικά κινήματα, κοινωνικές ανατροπές, ελπίδα. Οι Radiohead γράφουν σε μια εποχή όπου ο χρόνος σημαίνει επιτάχυνση χωρίς κατεύθυνση. Κι όμως, και οι δύο θέτουν το ίδιο ερώτημα: τι συμβαίνει στον άνθρωπο όταν ο χρόνος παύει να του ανήκει;
Ίσως τελικά ο Dylan και οι Radiohead να είναι δύο άκρα της ίδιας αφήγησης. Ο ένας μίλησε για τον χρόνο που έρχεται. Οι άλλοι για τον χρόνο που έχει ήδη χαθεί.
Καθώς οι ροκ μουσικοί μεγάλωναν, ο χρόνος έγινε πιο προσωπικός. Ο Neil Young τραγουδά για τη φθορά και την επιβίωση. Οι Rolling Stones αντιμετωπίζουν το γήρας με ειρωνεία και πείσμα. Οι Radiohead, σε μια πιο σύγχρονη εκδοχή, μιλούν για έναν κατακερματισμένο χρόνο, όπου το μέλλον είναι αβέβαιο και το παρόν αγχωτικό.
Η ροκ μουσική, που κάποτε αρνιόταν να μεγαλώσει, αναγκάστηκε να συμφιλιωθεί με την ηλικία. Και σε αυτή τη συμφιλίωση γεννήθηκαν μερικά από τα πιο ειλικρινή της έργα. Ο χρόνος έπαψε να είναι απλός εχθρός· έγινε υλικό.
Γιατί ο χρόνος ανήκει στη ροκ;
Ίσως επειδή η ροκ είναι κατεξοχήν μουσική της έντασης. Και τίποτα δεν κάνει την ένταση πιο οξεία από την επίγνωση ότι όλα τελειώνουν. Ο χρόνος δίνει βάρος στις κιθάρες, νόημα στους στίχους, σκοπό στην κραυγή.
Οι Pink Floyd τον φοβήθηκαν, ο Bowie τον μεταμόρφωσε, οι Deep Purple τον προειδοποίησαν. Μα όλοι συμφώνησαν σε κάτι: ότι ο χρόνος δεν είναι απλώς μέτρο. Είναι εμπειρία. Και η ροκ μουσική, όσο κι αν αλλάζει, παραμένει ένας από τους πιο δυνατούς τρόπους να την αφηγηθείς.
Ίσως τελικά ο χρόνος στη ροκ μουσική να μην είναι μόνο κάτι που περνά, αλλά κάτι που απλώνεται. Να μη ρέει απλώς προς τα εμπρός, αλλά να αφήνει ίχνη — σαν δωμάτια μέσα στα οποία μπορούμε να επιστρέφουμε. Ένα τραγούδι δεν ζει στο παρόν του. Ζει στον χώρο που δημιουργεί μέσα μας.
Η ροκ, περισσότερο από κάθε άλλο μουσικό είδος, μετέτρεψε τον χρόνο σε τόπο κατοίκησης. Ένας δίσκος γίνεται γεωγραφία: το Dark Side of the Moon είναι ένας κλειστός κύκλος άγχους, το Aladdin Sane ένα παρακμιακό θέατρο, τα τραγούδια του Dylan ένας ανοιχτός δρόμος, των Radiohead ένας λαβύρινθος χωρίς έξοδο. Δεν ακούμε απλώς τη μουσική — κινούμαστε μέσα της.
Και ίσως εκεί να βρίσκεται η μεγαλύτερη νίκη της ροκ απέναντι στον χρόνο. Δεν τον σταματά. Δεν τον νικά. Τον χωροθετεί. Τον μετατρέπει σε εμπειρία που μπορείς να επισκεφθείς ξανά και ξανά, ακόμη κι όταν οι δημιουργοί της έχουν φύγει ή έχουν αλλάξει ανεπανόρθωτα.
Ο χρόνος δεν ανήκει πια στον άνθρωπο.
Γιατί αυτό αφορά και τους νέους σήμερα. Γιατί οι νέοι σήμερα βιώνουν τον χρόνο όχι ως υπόσχεση, αλλά ως πίεση. Όχι ως μέλλον, αλλά ως deadline. Και σε αυτό, η παλιά ροκ μιλά ξανά — όχι σαν νοσταλγία, αλλά σαν καθρέφτης.
Σε έναν κόσμο όπου ο χρόνος επιταχύνεται, κατακερματίζεται και χάνει τη συνοχή του, η ροκ μουσική λειτουργεί σαν αρχείο συναισθημάτων. Όχι μουσειακό, αλλά ζωντανό. Κάθε ακρόαση είναι μια νέα συνάντηση με έναν παλιό φόβο, μια ξεχασμένη ελπίδα, μια στιγμή που δεν έζησες — ή που έζησες πολύ έντονα.
Time – Pink Floyd
https://youtu.be/Qr0-7Ds79zo?si=k8ei_YhG_VGPS9NI
Time – David Bowie
https://youtu.be/GDP9jLwzh0g?si=e0R9sVsU9fQAVJlR
Deep Purple – Child in Time
https://youtu.be/OorZcOzNcgE?si=CuhbioltFQk-6P2R
Jim Croce – Time in a Bottle
https://youtu.be/dO1rMeYnOmM?si=yhSoTcsM6Yo0T-Kh




