Επιστημολογικές συγκρούσεις και η αλγοριθμική εποχή: Από τις διαμάχες για την αλήθεια στη βιομηχανοποίηση της πειστικότητας

[χρόνος ανάγνωσης 7 λεπτά και 56 δευτ.]

Του Σωκράτη Αργύρη 

Η σύγχρονη δημόσια σφαίρα θυμίζει ολοένα και περισσότερο ένα απέραντο, ψηφιακό εργαστήριο αλχημείας, όπου η παραγωγή νοήματος έχει αποσυνδεθεί οριστικά από την ανάγκη επαλήθευσής του. Διανύουμε μια εποχή όπου η τεχνολογική υπερδομή υπόσχεται την απόλυτη αντικειμενικότητα, την ίδια στιγμή που τα θεμέλια της ορθολογικής σκέψης υποσκάπτονται από μια πρωτοφανή πλημμυρίδα αυτοματοποιημένης σημειολογίας. Για να κατανοήσουμε πώς φτάσαμε στο σημείο όπου οι αλγόριθμοι παράγουν πειστικές ψευδαισθήσεις και οι κοινωνίες καταναλώνουν ψηφιακά ομοιώματα αλήθειας, οφείλουμε να επιστρέψουμε στις μεγάλες επιστημολογικές μάχες του εικοστού αιώνα. Εκεί όπου η φιλοσοφία της επιστήμης συνάντησε την πολιτική οικονομία της γνώσης, γεννήθηκαν οι προειδοποιήσεις που σήμερα επαληθεύονται με τον πιο ειρωνικό τρόπο στους διακομιστές της Silicon Valley.

Το 1996, η περιβόητη υπόθεση Σόκαλ (Sokal Affair) λειτούργησε ως ένας βίαιος σεισμογράφος στα νερά του δυτικού ακαδημαϊκού κατεστημένου. 

Όταν ο Αμερικανός φυσικός Άλαν Σόκαλ (Alan Sokal) έστειλε στο περιοδικό Social Text μια εργασία με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Υπερβαίνοντας τα όρια: Προς μια μετασχηματιστική ερμηνευτική της κβαντικής βαρύτητας», δεν επεδίωκε απλώς να γελοιοποιήσει μια ομάδα διανοουμένων. Η παρέμβασή του αποκάλυψε μια σοβαρή αδυναμία ενός μηχανισμού αξιολόγησης: την ικανότητα της μορφής, της ορολογίας και της ιδεολογικής συνάφειας να υποκαθιστούν, υπό ορισμένες συνθήκες, τον έλεγχο της ουσίας. Ήταν, ταυτόχρονα, μια βαθιά πολιτική πράξη: μια κριτική σε ένα συγκεκριμένο ρεύμα της αμερικανικής ακαδημαϊκής Αριστεράς, το οποίο ο Σόκαλ θεωρούσε ότι είχε εγκαταλείψει τον διαφωτιστικό ορθολογισμό προς όφελος ενός σκοτεινού, ναρκισσιστικού σχετικισμού.

Το ψευδεπίγραφο άρθρο του, γεμάτο με βαρυσήμαντες ασυναρτησίες που κολάκευαν τις ιδεολογικές προκαταλήψεις των συντακτών, απέδειξε ότι όταν η γλώσσα αποκόπτεται από την υποχρέωση να αναφέρεται σε έναν αντικειμενικό φυσικό κόσμο, μετατρέπεται σε ένα κλειστό σύστημα εξουσίας και αυτοαναφορικότητας. Η μεταμοντέρνα θεωρία, που αμφισβήτησε τις μεγάλες αφηγήσεις και την ιδέα μιας ενιαίας, αντικειμενικής αλήθειας, είχε, σε ορισμένες εκδοχές της, κατασκευάσει ένα δικό της, απροσπέλαστο ιερατείο, ανίκανο να ξεχωρίσει τη βαθιά σκέψη από την εξεζητημένη κενολογία.

Αυτή η τάση των κοινωνικών και πολιτικών κινημάτων να ντύνουν τις επιδιώξεις τους με τον μανδύα μιας απροσπέλαστης, ψευδοεπιστημονικής ορολογίας δεν ήταν καινούργιο φαινόμενο. Δεκαετίες πριν από τον Σόκαλ, ο Γάλλος φιλόσοφος Λουί Ρουζιέ (Louis Rougier) είχε εντοπίσει την ίδια ακριβώς παθογένεια στην καρδιά των ευρωπαϊκών ιδεολογιών του μεσοπολέμου. Μέσα από το έργο του για τους Πολιτικούς Μυστικισμούς (Les mystiques politiques contemporaines et leurs incidences internationales, 1935), ο Ρουζιέ κατήγγειλε πώς οι σύγχρονες μάζες και οι ελίτ αντικατέστησαν τις παλιές θρησκευτικές δεισιδαιμονίες με νέες, κοσμικές θεολογίες, οι οποίες χρησιμοποιούσαν μια νεφελώδη, δήθεν επιστημονική γλώσσα για να αυτοπαρουσιαστούν ως απόλυτες, νομοτελειακές αλήθειες. Ως ένας από τους ελάχιστους Γάλλους στοχαστές που ευθυγραμμίστηκαν με τον Λογικό Θετικισμό και το ριζοσπαστικό πνεύμα του Κύκλου της Βιέννης, ο Ρουζιέ πάλεψε για μια φιλοσοφία που θα λειτουργούσε ως καθαρτήριο της γλώσσας. Για τον Ρουζιέ, η ασάφεια δεν ήταν δείγμα βάθους, αλλά ένα συνειδητό εργαλείο πολιτικής χειραγώγησης, μια στρατηγική για την προστασία των δογμάτων από τον έλεγχο της λογικής και της εμπειρικής πραγματικότητας.

Σε αυτό το σημείο, η ανάγκη για ένα σταθερό κριτήριο που θα διαχωρίζει την έγκυρη γνώση από την ιδεολογική απάτη γίνεται επιτακτική, και κανείς δεν σφράγισε αυτή την αναζήτηση περισσότερο από τον Καρλ Πόπερ. Ο Πόπερ εισήγαγε τη ριζοσπαστική ιδέα της διαψευσιμότητας, ανατρέποντας την παραδοσιακή βεβαιότητα των επιστημόνων. Μια θεωρία είναι επιστημονική όχι επειδή μπορεί να επαληθευτεί επ’ άπειρον, αλλά επειδή τολμά να διατυπώσει προβλέψεις τόσο συγκεκριμένες ώστε να μπορεί να αποδειχθεί λανθασμένη. Αυτή η επιστημολογική ταπεινότητα, ωστόσο, υπέστη μια τραγική παρερμήνευση από τους μεταγενέστερους σχετικιστές.

Πιάνοντας την ποπερική παραδοχή ότι η γνώση μας είναι εγγενώς σφαλερή και ότι καμία θεωρία δεν είναι τελεσίδικα αποδεδειγμένη, ορισμένοι μεταμοντέρνοι στοχαστές, όπως ο Ζαν-Φρανσουά Λυοτάρ και ο Ρίτσαρντ Ρόρτι, έφτασαν να μετατρέψουν την επιστημολογική αμφιβολία σε μια ευρύτερη αμφισβήτηση της προνομιακής σχέσης της επιστήμης με την αντικειμενική αλήθεια.

Ο Πόπερ αντιτάχθηκε με σφοδρότητα σε αυτή την εργαλειοποίηση της σκέψης του, χαρακτηρίζοντας τον σχετικισμό ως το μεγαλύτερο διανοητικό έγκλημα της εποχής μας. Για τον ίδιο, η έλλειψη απόλυτης βεβαιότητας δεν σήμαινε την ανυπαρξία της αντικειμενικής αλήθειας. Αντίθετα, η επιστήμη προοδεύει ακριβώς επειδή οι νέες θεωρίες μπορούν να μας φέρνουν πιο κοντά στην πραγματικότητα, διορθώνοντας και εξαλείφοντας τα λάθη του παρελθόντος. 

Το να εξισώνει κανείς τη θεωρία της σχετικότητας με μια μυθολογική κοσμογονία, απλώς επειδή η πρώτη μπορεί κάποτε να τροποποιηθεί, αποτελούσε για τον Πόπερ μια βαθιά ανεύθυνη στάση που άνοιγε τον δρόμο στον δογματισμό και την κατάρρευση της ανοιχτής κοινωνίας.

Η φιλοσοφική αυτή σύγκρουση για τη φύση της πραγματικότητας και τον ρόλο της γλώσσας είχε ήδη εκραγεί με δραματικό τρόπο στη διάσημη συνάντηση του Κέιμπριτζ το 1946, όπου ο Πόπερ ήρθε αντιμέτωπος με τον Λούντβιχ Βιτγκενστάιν. Η εικόνα του Βιτγκενστάιν να κραδαίνει νευρικά μια μασιά τζακιού, απαιτώντας από τον Πόπερ να του δώσει ένα παράδειγμα πραγματικού ηθικού κανόνα, παραμένει μια από τις πιο εμβληματικές στιγμές της σύγχρονης διανοητικής ιστορίας. Όταν ο Βιτγκενστάιν, σύμφωνα με την αφήγηση του Πόπερ, τον προκάλεσε να δώσει ένα παράδειγμα ηθικού κανόνα, ο Πόπερ απάντησε: «Να μην απειλούμε τους φιλοξενούμενους ομιλητές με τη μασιά του τζακιού.». Πίσω από την ειρωνεία της απάντησης κρυβόταν μια βαθιά ασυμφωνία για την αποστολή της φιλοσοφίας.

Στη μεταγενέστερη φιλοσοφία του, που αποτυπώνεται στη Φιλοσοφική 

Γραμματική (Εκδόσεις ΜΙΕΤ, 1994) και κορυφώνεται στις Φιλοσοφικές 

Έρευνες (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2024), ο Βιτγκενστάιν μετατόπισε το ενδιαφέρον από την αναζήτηση μιας ενιαίας λογικής δομής του κόσμου στους τρόπους με τους οποίους η γλώσσα χρησιμοποιείται μέσα στις ανθρώπινες πρακτικές. Τα «γλωσσικά παιχνίδια» και οι «μορφές ζωής» έγιναν έτσι κεντρικές έννοιες της φιλοσοφίας του. Ο Πόπερ, αντίθετα, επέμενε ότι υπάρχουν πραγματικά προβλήματα έξω από το κείμενο —η αδικία, ο πόλεμος, η φύση του κόσμου— και ότι η φιλοσοφία δεν μπορεί να περιοριστεί στην επίλυση γλωσσικών συγχύσεων. Η διαφωνία τους προανήγγειλε, με έναν παράδοξο τρόπο, ένα από τα κεντρικά προβλήματα της εποχής μας: τι συμβαίνει όταν η ικανότητα χειρισμού της γλώσσας αρχίζει να συγχέεται με την κατανόηση της πραγματικότητας;

Ενώ όμως ο Πόπερ και ο Βιτγκενστάιν διασταύρωναν τα ξίφη τους για τα όρια της γλώσσας, ένας άλλος στοχαστής, ο Πολ Φεγεράμπεντ, αποφάσισε να πυρπολήσει εκ των έσω το οικοδόμημα της επιστημονικής μεθοδολογίας. Μαθητής του Πόπερ αρχικά, ο Φεγεράμπεντ εξελίχθηκε στον απόλυτο επιστημολογικό αναρχικό με το ριζοσπαστικό του έργο Ενάντια στη Μέθοδο (Εκδόσεις: Σύγχρονα Θέματα, 1982). Διακηρύσσοντας τη σοκαριστική αρχή «τα πάντα επιτρέπονται», αμφισβήτησε την ιδέα ότι υπάρχει μία και μοναδική, οικουμενική μέθοδος που εγγυάται την αλήθεια. Για τον Φεγεράμπεντ, η επιστημονική κοινότητα κινδύνευε να λειτουργεί ως μια νέα, αυταρχική εκκλησία, επιβάλλοντας την κυριαρχία της μέσω του κράτους και καταπνίγοντας την ελευθερία της σκέψης και την εναλλακτική θέαση του κόσμου. Η ακραία αυτή αποδόμηση της επιστημονικής μεθόδου προσέφερε ένα ισχυρό θεωρητικό οπλοστάσιο στους μεταμοντέρνους διανοητές που σατίρισε αργότερα ο Σόκαλ, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση ενός κλίματος όπου η αντικειμενικότητα μπορούσε πλέον να αντιμετωπίζεται ως μια ξεπερασμένη, δυτικοκεντρική αυταπάτη.

Αυτή η ιστορική διαδρομή από τον λογικό θετικισμό του Ρουζιέ και τη διαψευσιμότητα του Πόπερ, μέσα από τα γλωσσικά παιχνίδια του Βιτγκενστάιν και τον αναρχισμό του Φεγεράμπεντ, μέχρι την έκρηξη της υπόθεσης Σόκαλ, αποκτά σήμερα μια συγκλονιστική επικαιρότητα καθώς βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την έλευση της Τεχνητής Νοημοσύνης. 

Τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα που κυριαρχούν στην παγκόσμια αγορά δεν είναι απλώς τεχνολογικά επιτεύγματα, είναι η υλική ενσάρκωση αυτών των φιλοσοφικών αναζητήσεων, μετατρέποντας τις αφηρημένες θεωρίες σε αλγοριθμική πραγματικότητα.

Αν ο Άλαν Σόκαλ παρατηρούσε τη λειτουργία των σύγχρονων μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης, θα έβλεπε σε αυτά την απόλυτη εκβιομηχάνιση της δικής του φάρσας. Τα συστήματα αυτά είναι σχεδιασμένα να προβλέπουν την επόμενη πιθανότερη λέξη μέσα σε τεράστιους όγκους δεδομένων, γεγονός που τα καθιστά εξαιρετικά ικανά στην παραγωγή γλώσσας. Δεν διαθέτουν, από μόνα τους, εγγυημένο μηχανισμό που να συνδέει την παραγωγή γλώσσας με την επαλήθευση των αναφορών της στον φυσικό κόσμο.

Το AI, στην τρέχουσα μορφή του, μπορεί να γίνει ένας κορυφαίος παραγωγός επιστημονικοφανών ανοησιών, ικανός να συνθέσει ένα άψογο και πειστικό δοκίμιο για οποιοδήποτε ανύπαρκτο θέμα. Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό πρόβλημα: όχι το αν η μηχανή κάνει λάθη, αλλά το ότι μπορεί να κάνει το λάθος να μοιάζει αληθινό. 

Η ικανότητα της μηχανής να «παπαγαλίζει» τη γνώση χωρίς ίχνος συνείδησης αποτελεί, υπό αυτή την έννοια, τη δικαίωση της κριτικής του Σόκαλ: η γλώσσα μπορεί να αποσυνδεθεί από την αλήθεια και να παράγει μια επίφαση γνώσης που καταναλώνεται μαζικά, επιτείνοντας την κρίση εμπιστοσύνης προς την πραγματική επιστήμη.

Από την πλευρά του, ο Καρλ Πόπερ θα έβλεπε την Τεχνητή Νοημοσύνη μέσα από τη διάκριση των τριών «κόσμων» του. Ο Κόσμος 1 είναι ο φυσικός κόσμος των αντικειμένων και των γεγονότων· ο Κόσμος 2 ο κόσμος των υποκειμενικών εμπειριών, της συνείδησης, της βούλησης και της αμφιβολίας· ενώ ο Κόσμος 3 περιλαμβάνει τα αντικειμενικά προϊόντα της ανθρώπινης σκέψης — τις θεωρίες, τις επιστημονικές υποθέσεις, τα επιχειρήματα, τα βιβλία και τα πολιτισμικά δημιουργήματα. Η μηχανή μπορεί να επεξεργάζεται και να ανασυνθέτει τεράστιο όγκο υλικού που ανήκει στον Κόσμο 3, χωρίς όμως να διαθέτει, από μόνη της, τον υποκειμενικό Κόσμο 2: δεν έχει συνείδηση, βούληση ούτε την ικανότητα να βιώσει την αμφιβολία. Και κυρίως, δεν διαθέτει, από μόνη της, εγγυημένο μηχανισμό που να συνδέει την παραγωγή γλώσσας με την επαλήθευση των αναφορών της στον φυσικό κόσμο του Κόσμου 1. Εδώ βρίσκεται το ποπερικό πρόβλημα: η συσσώρευση και ανασύνθεση δεδομένων δεν ισοδυναμεί με έλεγχο της αλήθειας. Η μηχανή μπορεί να συνθέσει εκατομμύρια επιστημονικές πληροφορίες, αλλά η επιστημονική σκέψη απαιτεί κάτι περισσότερο από την αναγνώριση κανονικοτήτων· απαιτεί τη διατύπωση υποθέσεων που εκτίθενται στον κίνδυνο της διάψευσης. Το κρίσιμο, επομένως, δεν είναι πόσα γνωρίζει η μηχανή, αλλά αν μπορεί να αναλάβει η ίδια το ρίσκο του λάθους.

Σε αντίθεση με τον Πόπερ, ο Λούντβιχ Βιτγκενστάιν θα έβρισκε στη λειτουργία του ChatGPT την απόλυτη δικαίωση της ώριμης φιλοσοφίας του. Η μηχανή αποδεικνύει στην πράξη ότι το νόημα δεν είναι μια μυστηριώδης οντότητα κρυμμένη μέσα στο μυαλό, αλλά το αποτέλεσμα της χρήσης των λέξεων μέσα σε συγκεκριμένους κανόνες. Το AI παίζει τα γλωσσικά παιχνίδια των ανθρώπων με εκπληκτική δεξιοτεχνία, επειδή η ίδια η ανθρώπινη επικοινωνία βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε στερεότυπα, συμβάσεις και προβλέψιμες δομές. Ωστόσο, ο Βιτγκενστάιν θα μας απηύθυνε μια αυστηρή προειδοποίηση: το γεγονός ότι μια μηχανή χειρίζεται τη γλώσσα μας δεν σημαίνει ότι μοιράζεται τη «μορφή ζωής» μας. Η τάση μας να ανθρωποποιούμε τους αλγορίθμους, να τους αποδίδουμε προθέσεις ή συναισθήματα, είναι μια ακόμα γλωσσική παγίδα, μια πλάνη που προκύπτει όταν χρησιμοποιούμε το λεξιλόγιο της ψυχολογίας για να περιγράψουμε έναν εξελιγμένο πίνακα στατιστικών πιθανοτήτων.

Αυτή η ανθρωπομορφική αυταπάτη είναι που θα ανησυχούσε βαθύτατα τον Λουί Ρουζιέ, ο οποίος θα διέβλεπε στην άνοδο της Silicon Valley τη γέννηση του πιο επικίνδυνου πολιτικού μυστικισμού του εικοστού πρώτου αιώνα. Καθώς οι κυβερνήσεις και οι πολυεθνικοί κολοσσοί αναθέτουν ολοένα και περισσότερες κοινωνικές, οικονομικές και δικαστικές αποφάσεις σε αλγοριθμικά συστήματα, η πολιτική μετατρέπεται σε μια τεχνοκρατική τελετουργία. Ο Ρουζιέ θα κατήγγειλε τον τρόπο με τον οποίο οι αποφάσεις για τη λιτότητα, την αστυνόμευση ή τη διαχείριση των πληθυσμών παρουσιάζονται ως ουδέτερες, αντικειμενικές αλήθειες που παρήγαγε η «αμερόληπτη» μηχανή. Πρόκειται για την απόλυτη ιδεολογική κάλυψη: οι πολιτικές επιλογές των ελίτ κρύβονται πίσω από το μαθηματικό κύρος του αλγορίθμου, εμποδίζοντας τη δημοκρατική λογοδοσία και μετατρέποντας την τεχνητή νοημοσύνη σε ένα σύγχρονο τοτέμ, έναν απροσπέλαστο μύθο που οι απλοί πολίτες καλούνται να προσκυνήσουν χωρίς να μπορούν να τον ελέγξουν.

Σε αυτό το δυστοπικό σκηνικό, η φωνή του Πολ Φεγεράμπεντ θα αντηχούσε ως μια κραυγή εξέγερσης, αν και γεμάτη αντιφάσεις. Από τη μία πλευρά, ο Φεγεράμπεντ θα έβλεπε με τρόμο την παγκόσμια κυριαρχία των αλγορίθμων ως την ολοκλήρωση αυτού που πάντα φοβόταν: έναν ψηφιακό φασισμό, όπου μια χούφτα εταιρειών επιβάλλει μια ομοιογενή, μονοδιάστατη μορφή σκέψης σε ολόκληρο τον πλανήτη, εξαφανίζοντας την πολιτισμική ποικιλομορφία και τις εναλλακτικές μορφές γνώσης στο όνομα της βελτιστοποίησης. Από την άλλη, ωστόσο, ως αυθεντικός αναρχικός, ίσως να έβλεπε στο AI ένα εργαλείο αποσταθεροποίησης των παραδοσιακών ιερατείων της γνώσης. Αν ο καθένας μπορεί να χρησιμοποιήσει τη μηχανή για να αμφισβητήσει την αυθεντία του πανεπιστημιακού, του γιατρού ή του νομικού, τότε το «τα πάντα επιτρέπονται» μεταφέρεται στο ψηφιακό πεδίο, ανοίγοντας τον δρόμο για μια χαοτική, αλλά βαθιά εκδημοκρατισμένη γνωσιακή ανταρσία.

Η διασταύρωση αυτών των στοχαστών πάνω στο σώμα της σύγχρονης τεχνολογίας αποκαλύπτει ότι η κρίση της εποχής μας δεν είναι τεχνική, αλλά βαθιά επιστημολογική. Η τεχνητή νοημοσύνη λειτουργεί ως ένας μεγεθυντικός φακός που εντείνει τις αντιθέσεις ανάμεσα στην επιθυμία μας για μια αντικειμενική αλήθεια και την ευκολία με την οποία βυθιζόμαστε σε γλωσσικά παιχνίδια και ιδεολογικούς μυστικισμούς. Η υπόθεση Σόκαλ δεν ήταν ένα μεμονωμένο ακαδημαϊκό περιστατικό, αλλά η προειδοποιητική βολή για έναν κόσμο όπου η παραγωγή λόγου έχει αποσυνδεθεί από την ευθύνη της αλήθειας, μια διαδικασία που η Silicon Valley κατάφερε να αυτοματοποιήσει σε κλίμακα δισεκατομμυρίων χρηστών.

Καθώς προχωράμε σε ένα μέλλον όπου το ομοίωμα της γνώσης θα είναι φθηνότερο και πιο άφθονο από την ίδια τη γνώση, η ανάγκη για μια νέα επιστημολογική εγρήγορση γίνεται ζήτημα πολιτικής επιβίωσης. Αν επιτρέψουμε στην τεχνητή νοημοσύνη να γίνει ο νέος πολιτικός μυστικισμός της εποχής μας, αν αποδεχτούμε ότι η αλήθεια είναι απλώς το αποτέλεσμα μιας στατιστικής βελτιστοποίησης ή ενός πετυχημένου γλωσσικού παιχνιδιού, τότε παραδίδουμε τα όπλα του ορθού λόγου που με τόσο κόπο σφυρηλατήθηκαν από τον Διαφωτισμό και μετά. 

Το διακύβευμα δεν είναι αν οι μηχανές μπορούν να σκεφτούν, αλλά αν εμείς, παραδίδοντας τη σκέψη μας σε αυτές, θα ξεχάσουμε πώς να ξεχωρίζουμε την πραγματικότητα από τις μοδάτες ανοησίες του αλγοριθμικού μας μέλλοντος.

Χορηγούμενο
AKTINOVOLIA
Χορηγούμενο
Cargo
Προσφορά Α Προσφορά B Προσφορά C
Προσφορά Α Προσφορά B Προσφορά C
Hide Ads for Premium Members by Subscribing
Hide Ads for Premium Members. Hide Ads for Premium Members by clicking on subscribe button.
Subscribe Now