
Οι Γενετικοί Μηχανισμοί & η Ανθεκτικότητα των Κουνουπιών
[χρόνος ανάγνωσης 2 λεπτά και 27 δευτ.]
Η ανθεκτικότητα των κουνουπιών στα εντομοκτόνα εξελίσσεται σε μία από τις πιο κρίσιμες απειλές για τη δημόσια υγεία, σε μια περίοδο όπου η κλιματική κρίση ενισχύει την εξάπλωση χωροκατακτητικών ειδών και παρατείνει την περίοδο αναπαραγωγής τους. Με περισσότερους από οκτώ στους δέκα ανθρώπους παγκοσμίως να ζουν σε περιοχές υψηλού κινδύνου και με την Ευρώπη – συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας – να αντιμετωπίζει πλέον συχνότερες εξάρσεις νοσημάτων όπως ο ιός του Δυτικού Νείλου, η ανάγκη για βαθύτερη κατανόηση των μηχανισμών ανθεκτικότητας των κουνουπιών γίνεται επιτακτική.
Σε αυτό το περιβάλλον, το Ίδρυμα Τεχνολογίας και Έρευνας (ΙΤΕ) αναδεικνύεται σε κομβικό ερευνητικό φορέα διεθνούς εμβέλειας. Πρόσφατη μελέτη του Ινστιτούτου Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας του ΙΤΕ, η οποία δημοσιεύθηκε στο Proceedings of the National Academy of Sciences (PNAS) και επισυνάπτεται στο παρόν άρθρο, φωτίζει τους σύνθετους γενετικούς μηχανισμούς που επιτρέπουν στα κουνούπια να αναπτύσσουν εξαιρετικά υψηλά επίπεδα ανθεκτικότητας στα εντομοκτόνα. Η εργασία αυτή ενισχύει τη μακρόχρονη παράδοση του ΙΤΕ στην έρευνα εντόμων υγειονομικής σημασίας και προσφέρει κρίσιμες γνώσεις για την αντιμετώπιση ενός φαινομένου που απειλεί να υπονομεύσει δεκαετίες προόδου στην καταπολέμηση της ελονοσίας και άλλων εντομομεταδιδόμενων ασθενειών.
Το άρθρο που ακολουθεί παρουσιάζει τα βασικά ευρήματα της μελέτης, αναδεικνύοντας τον ρόλο του ΙΤΕ ως διεθνή πυλώνα έρευνας και καινοτομίας στον τομέα της μοριακής εντομολογίας και της δημόσιας υγείας.
Τα κουνούπια γίνονται εξαιρετικά ανθεκτικά στα εντομοκτόνα και απειλούν τη Δημόσια Υγεία
Πρόσφατη μελέτη του Ινστιτούτου Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας του ΙΤΕ αποκαλύπτει τους γενετικούς μηχανισμούς που ενισχύουν την ανθεκτικότητα των κουνουπιών στα εντομοκτόνα
Τα νοσήματα που μεταδίδονται από κουνούπια, συμπεριλαμβανομένης της ελονοσίας, του δάγκειου πυρετού και του ιού του Δυτικού Νείλου (WNV), αποτελούν σημαντικές προκλήσεις για τη δημόσια υγεία. Περισσότερο από το 80% του παγκόσμιου πληθυσμού ζει σε περιοχές που διατρέχουν κίνδυνο και η Ευρώπη δεν αποτελεί εξαίρεση, με την Ελλάδα να αντιμετωπίζει φέτος σημαντική έξαρση του ιού του Δυτικού Νείλου. Η κλιματική κρίση μπορεί να αυξήσει περαιτέρω τον κίνδυνο εμφάνισης επιδημιών π.χ διευκολύνοντας την εξάπλωση χωρο-κατακτητικών ειδών κουνουπιών, παρατείνοντας την περίοδο αναπαραγωγής τους και επιτρέποντας στους πληθυσμούς τους να διατηρούνται σε υψηλά επίπεδα.
Η πρόληψη και ο έλεγχος των νοσημάτων που μεταδίδονται από κουνούπια βασίζονται στην καταπολέμηση των κουνουπιών. Η ελονοσία έχει μειωθεί κατά το ήμισυ από το 2000 και εκατομμύρια ζωές έχουν σωθεί, κυρίως χάρη στα εντομοκτόνα νέας γενιάς που χρησιμοποιήθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες. Ωστόσο, η εκτεταμένη χρήση τους οδήγησε στην ανάπτυξη ανθεκτικότητας σε πολλούς πληθυσμούς κουνουπιών, γεγονός που προκαλεί την επανεμφάνιση και έξαρση της ελονοσίας σε κάποιες περιοχές.
Ερευνητές της ομάδας Μοριακής Εντομολογίας του Ινστιτούτου Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας (ΙΜΒΒ) του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας (ΙΤΕ) μελέτησαν τον τρόπο με τον οποίο τα κουνούπια αναπτύσσουν εξαιρετικά υψηλά επίπεδα ανθεκτικότητας στα εντομοκτόνα.
Σε πρόσφατη εργασία που δημοσιεύθηκε στο Proceedings of the National Academy of Sciences (PNAS), οι ερευνητές με επικεφαλής την Δρ. Λίντα Γρηγοράκη και την υποψήφια διδάκτορα Mengling Chen, χρησιμοποιώντας τεχνικές γενετικής μηχανικής, εξέτασαν ξεχωριστά διαφορετικούς μηχανισμούς ανθεκτικότητας, όπως μεταλλάξεις στους μοριακούς στόχους των εντομοκτόνων και την παραγωγή ενζύμων που διασπούν τα εντομοκτόνα. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι όταν διαφορετικοί μηχανισμοί συνυπάρχουν στο ίδιο κουνούπι, η ανθεκτικότητα αυξάνεται δραματικά. Οι μηχανισμοί αυτοί δεν λειτουργούν απλώς ανεξάρτητα, αλλά αλληλοενισχύονται, με αποτέλεσμα τα κουνούπια να μπορούν να εξουδετερώνουν πλήρως τη δράση των εντομοκτόνων σε κάποιες περιπτώσεις. Η συνεργιστική δράση πιθανότατα οφείλεται στο ότι οι μεταλλαγές στόχου προσφέρουν περισσότερο χρόνο στα ένζυμα αποτοξικοποίησης να δράσουν ή/και στη δημιουργία ενζυμικών συμπλόκων αποτοξικοποίησης που διασπούν διαδοχικά τα μόρια του εντομοκτόνου απενεργοποιώντας τα πιο αποτελεσματικά.
«Πρόκειται για μια πολύ σημαντική εργασία, που διαλευκαίνει τους σύνθετους μοριακούς μηχανισμούς της ανθεκτικότητας των κουνουπιών, η οποία συνεχίζει την παράδοση του Ινστιτούτου Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας του ΙΤΕ στην έρευνα για τα έντομα υγειονομικής σημασίας και τις εντομομεταδιδόμενες ασθένειες» τόνισε ο Διευθυντής του ΙΜΒΒ Καθ. Γιάννης Βόντας.
Το ΙΤΕ-ΙΜΒΒ έχει αναπτύξει διεθνείς συνεργασίες και εκπαιδεύει επιστήμονες από πολλές χώρες του κόσμου σε θέματα καταπολέμησης κουνουπιών. Πρωτοπορεί στην έρευνα για την ανάπτυξη μοριακών διαγνωστικών τεχνολογιών και αποτελεσματικών βιοεντομοκτόνων, για την αντιμετώπιση της ανθεκτικότητας και την αποτελεσματική καταπολέμηση των κουνουπιών, η οποία χρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Gates Foundation.
Αναλυτικά η δημοσίευση
