Η Βρετανία ως Παράδειγμα της Κρίσης του Δυτικού Κοινοβουλευτισμού

[χρόνος ανάγνωσης 9 λεπτά και 8 δευτ.]

Του Σωκράτη Αργύρη

What’s past is prologue. 
(Το παρελθόν είναι πρόλογος) 

– William Shakespeare, Η Τρικυμία

Η Βρετανία υπήρξε επί αιώνες ένα από τα σημαντικότερα πεδία διαμόρφωσης της κοινοβουλευτικής παράδοσης, όχι λόγω κάποιου εγγενούς φιλελεύθερου χαρακτηριστικού, αλλά ως αποτέλεσμα μιας ιστορικής πορείας σταδιακών και συχνά συγκρουσιακών συμβιβασμών μεταξύ της μοναρχικής εξουσίας και κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων που αμφισβήτησαν την απεριόριστη άσκησή της. Η Magna Carta του 1215 αποτελεί φεουδαρχικό χάρτη που καταρτίστηκε υπό συνθήκες πολιτικής σύγκρουσης μεταξύ του βασιλιά Ιωάννη και της βαρονικής αριστοκρατίας, με σκοπό τον περιορισμό της βασιλικής εξουσίας και τη ρύθμιση συγκεκριμένων σχέσεων εξουσίας και υποχρεώσεων. Παρότι το περιεχόμενό της αντανακλά τις φεουδαρχικές δομές της εποχής, εισήγαγε τη θεμελιώδη αρχή της δέσμευσης της βασιλικής εξουσίας από κανόνες δικαίου, η οποία απέκτησε μεταγενέστερα κεντρική σημασία στην εξέλιξη του συνταγματισμού.  

Οι εμφύλιοι πόλεμοι του 17ου αιώνα σηματοδοτούν μια βαθιά κρίση της μοναρχικής νομιμοποίησης, η οποία κορυφώθηκε με την εκτέλεση του Καρόλου Α΄ και την κατάλυση της μοναρχίας. Η περίοδος της Κοινοπολιτείας (1649–1653) και του Προτεκτοράτου (1653–1659) υπό τον Όλιβερ Κρόμγουελ, συνιστά ριζική ρήξη με τη μοναρχική αρχή, καθώς για πρώτη φορά η εκτελεστική εξουσία αποσπάται πλήρως από τη δυναστική νομιμοποίηση και επιχειρείται η θεμελίωση ενός καθεστώτος πολιτικής εξουσίας χωρίς βασιλικό θεσμό. Η αποτυχία αυτής της πειραματικής συγκρότησης οδήγησε τελικά στην Παλινόρθωση και στη συνέχεια, στην Ένδοξη Επανάσταση του 1688, η οποία καθιέρωσε οριστικά την υπεροχή του Κοινοβουλίου έναντι του Στέμματος. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται θεσμικές τομές όπως το Habeas Corpus Act του 1679, που κατοχύρωσε την προστασία από αυθαίρετη κράτηση και ενίσχυσε τις ατομικές ελευθερίες, καθώς και το Bill of Rights του 1689, το οποίο θεμελίωσε τη συνταγματική μοναρχία και τη δεσπόζουσα θέση της κοινοβουλευτικής εξουσίας. 
Η σταδιακή επικράτηση της κοινοβουλευτικής κυριαρχίας δεν αποτέλεσε γραμμική πρόοδο προς τη δημοκρατία, αλλά μια επίμονη, αιματηρή διαπραγμάτευση για το ποιος κυβερνά, με ποια νομιμοποίηση και προς όφελος ποιας τάξης.  

Αυτή ακριβώς η ιστορική εμπειρία γέννησε τον μύθο της βρετανικής σταθερότητας. Σε αντίθεση με τις ηπειρωτικές επαναστάσεις, η βρετανική πολιτική παράδοση παρουσιαζόταν ως οργανική, εξελικτική, σχεδόν φυσική. Το βρετανικό κράτος δεν χρειάστηκε ποτέ ένα γραπτό σύνταγμα με τη γαλλική ή αμερικανική έννοια, επειδή η ίδια η συνέχεια των θεσμών θεωρήθηκε επαρκής εγγύηση. Η μοναρχία επιβίωσε ακριβώς επειδή απογυμνώθηκε σταδιακά από την πραγματική ισχύ της. Η αριστοκρατία ενσωματώθηκε στον κοινοβουλευτισμό αντί να συντριβεί. Η αυτοκρατορία παρείχε για δεκαετίες την οικονομική υπεραξία που επέτρεπε στο κοινωνικό σύστημα να απορροφά εντάσεις χωρίς να μετατρέπεται σε επαναστατικό πεδίο. Η Βρετανία δεν ήταν η χώρα χωρίς συγκρούσεις· ήταν η χώρα που μετέτρεπε τις συγκρούσεις σε τελετουργία.  

Σήμερα όμως, ακριβώς αυτή η τελετουργία μοιάζει να έχει εξαντλήσει την ιστορική της δύναμη. Η κρίση που διαπερνά τη Βρετανία τα τελευταία χρόνια δεν είναι μόνο οικονομική, ούτε αποκλειστικά πολιτισμική ή θεσμική. Είναι κρίση νομιμοποίησης. Οι θεσμοί εξακολουθούν να λειτουργούν τυπικά, αλλά η κοινωνία δεν πιστεύει πλέον ότι μπορούν να παράγουν συλλογικό μέλλον. Το βρετανικό κράτος θυμίζει μια παλιά ατμομηχανή που συνεχίζει να κινείται χάρη στην αδράνεια του μηχανισμού της, ενώ έχει χαθεί ο προορισμός. 

Το Brexit υπήρξε η στιγμή κατά την οποία όλες οι υπόγειες αντιφάσεις αναδύθηκαν ταυτόχρονα στην επιφάνεια. Παρουσιάστηκε ως θρίαμβος της λαϊκής κυριαρχίας, όμως στην πραγματικότητα λειτούργησε ως δημοψήφισμα πάνω στην ίδια τη μεταπολεμική βρετανική ταυτότητα. Η ψήφος υπέρ της εξόδου δεν εξέφραζε ένα ενιαίο κοινωνικό μπλοκ. Ήταν μια ασταθής συμμαχία ηλικιωμένων επαρχιακών στρωμάτων, αποβιομηχανοποιημένων περιοχών, εθνικιστών της αγγλικής υπαίθρου, χρηματοπιστωτικών κύκλων που φαντασιώνονταν μια απορρυθμισμένη «Singapore-on-Thames», δηλαδή ένα πολιτικό και οικονομικό πρόταγμα που κυκλοφόρησε στους κύκλους υποστηρικτών του Brexit και περιέγραφε το Λονδίνο ως μια ζώνη εξαιρετικά χαμηλής φορολογίας, έντονης απορρύθμισης και ελεύθερου εμπορίου, στα πρότυπα της Σιγκαπούρης. Στο ίδιο μέτωπο συντάχθηκαν και λαϊκά στρώματα που είχαν βιώσει τη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση ως ταπείνωση. Η καμπάνια του Brexit πέτυχε επειδή κατόρθωσε να συγχωνεύσει αντιφατικές επιθυμίες σε ένα σύνθημα σχεδόν μεταφυσικό: «Take back control», να «ανακτήσουμε τον έλεγχο», μια φράση που συμπύκνωνε τη φαντασίωση επαναφοράς της χαμένης πολιτικής κυριαρχίας σε έναν κόσμο υπερεθνικών αγορών.

Το παράδοξο είναι ότι η Βρετανία ζητούσε να «ανακτήσει» κυριαρχία σε μια ιστορική στιγμή όπου ούτε τα ίδια τα εθνικά κράτη δεν ελέγχουν πλήρως τις οικονομίες τους. Το Σίτι του Λονδίνου λειτουργεί ως παγκόσμια χρηματοπιστωτική επικράτεια με χαλαρούς δεσμούς προς την κοινωνική πραγματικότητα της χώρας. Η αγορά ακινήτων του Λονδίνου μοιάζει περισσότερο με ασφαλές καταφύγιο διεθνούς κεφαλαίου παρά με κατοικήσιμη πόλη για τους ίδιους τους κατοίκους της. Οι κυβερνήσεις εναλλάσσονται χωρίς να αγγίζουν τους βασικούς πυλώνες της χρηματιστικοποιημένης οικονομίας. Η ψήφος υπέρ του Brexit εξέφραζε, στην ουσία, μια εξέγερση απέναντι σε μια οικονομική τάξη που είχε ήδη αποσυνδέσει το έθνος από την κοινωνία.  

Από αυτή την άποψη, η Βρετανία αποτελεί ίσως το πιο καθαρό παράδειγμα κρίσης διακυβέρνησης στον δυτικό κόσμο, επειδή συνδυάζει τρεις διαφορετικές αποσυνθέσεις που αλλού εμφανίζονται μεμονωμένα. Πρώτον, την αποσύνθεση της αντιπροσωπευτικής πολιτικής. Δεύτερον, την αποδιάρθρωση του κοινωνικού συμβολαίου. Τρίτον, την εξάντληση της ιστορικής αφήγησης που νομιμοποιούσε το κράτος. 

Η πρώτη κρίση αφορά τα ίδια τα κόμματα. Οι Συντηρητικοί μετακινήθηκαν από κόμμα διαχείρισης των συμφερόντων της οικονομικής και θεσμικής εξουσίας σε κόμμα που λειτουργεί πλέον ως φορέας πολιτισμικής και ταυτοτικής σύγκρουσης. Από τον Κάμερον μέχρι τον Τζόνσον και την Τρας, το κόμμα βρέθηκε σε μια διαρκή εσωτερική ένταση ανάμεσα σε δύο ασύμβατες λογικές: από τη μία πλευρά την τεχνοκρατική διαχείριση του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού, και από την άλλη ένα εθνικολαϊκιστικό ρεύμα που επιδίωξε να μετατρέψει το Brexit σε ρήξη με το μεταπολεμικό καθεστώς και σε ανασυγκρότηση της εθνικής κυριαρχίας. Το αποτέλεσμα ήταν μια διαρκής αστάθεια στρατηγικής, όπου κάθε κυβέρνηση κινούνταν ανάμεσα στη διατήρηση της οικονομικής σταθερότητας και στην υπόσχεση πολιτικής ρήξης.

Η σύντομη πρωθυπουργία της Λιζ Τρας αποτέλεσε την πιο καθαρή συμπύκνωση αυτής της αντίφασης: μια κυβέρνηση που κατέρρευσε όχι λόγω λαϊκής εξέγερσης ή κοινοβουλευτικής ήττας, αλλά επειδή οι αγορές ομολόγων αρνήθηκαν να χρηματοδοτήσουν μια οικονομική στρατηγική που αγνοούσε τους ίδιους τους περιορισμούς του συστήματος μέσα στο οποίο επιχειρούσε να λειτουργήσει. 

Οι Εργατικοί, από την άλλη πλευρά, δεν κατάφεραν να μετατρέψουν την κοινωνική δυσαρέσκεια σε νέο συλλογικό όραμα. Ο Κόρμπιν κινητοποίησε μια νεότερη γενιά που ζητούσε αναδιανομή, δημόσιες υπηρεσίες και μετανεοφιλελεύθερη πολιτική, όμως συγκρούστηκε με το ίδιο το βρετανικό κράτος: με το κοινοβουλευτικό κατεστημένο του κόμματός του, με το ίδιο το θεσμικό και μιντιακό οικοσύστημα της βρετανικής εξουσίας, με ένα σύστημα που είχε μάθει να θεωρεί κάθε σοβαρή αμφισβήτηση της αγοράς περίπου ως εθνική απειλή. Η μετέπειτα στροφή των Εργατικών προς μια άχρωμη διαχειριστική σοβαρότητα δεν λύνει το πρόβλημα· απλώς αναβάλλει την έκρηξη.  

Η δεύτερη κρίση είναι κοινωνική και έχει βαθύτερες ρίζες. Η Βρετανία υπήρξε το πρώτο μεγάλο εργαστήριο του νεοφιλελευθερισμού. Ο θατσερισμός δεν ήταν απλώς οικονομική πολιτική· ήταν ανθρωπολογική αναδιάρθρωση. Διέλυσε συνδικάτα, ιδιωτικοποίησε δημόσιες υποδομές, αποδυνάμωσε τις τοπικές κοινότητες και αντικατέστησε την ιδέα της κοινωνικής αλληλεγγύης με την ηθική του ατομικού ανταγωνισμού. Για ένα διάστημα, το χρηματοπιστωτικό boom του Λονδίνου και η εύκολη πίστωση έκρυβαν το κοινωνικό κόστος. Όταν όμως κατέρρευσε η φούσκα του 2008, αποκαλύφθηκε ότι μια ολόκληρη χώρα είχε οικοδομηθεί πάνω σε επισφαλή εργασία, χρέος και τεράστιες περιφερειακές ανισότητες.  

Η σημερινή εικόνα της Βρετανίας δεν ταιριάζει με το παλιό αυτοκρατορικό φαντασιακό. Το NHS (Εθνικό Σύστημα Υγείας), κάποτε σύμβολο μεταπολεμικής κοινωνικής υπερηφάνειας, βρίσκεται σε χρόνια κατάσταση υπερφόρτωσης. Οι σιδηρόδρομοι είναι ακριβοί και δυσλειτουργικοί. Οι τοπικές αυτοδιοικήσεις χρεοκοπούν. Τα πανεπιστήμια λειτουργούν ολοένα και περισσότερο σαν επιχειρήσεις που εξαρτώνται από ξένους φοιτητές και δανεισμό. Η στεγαστική κρίση μετατρέπει την ιδιοκατοίκηση —παλαιότερα θεμέλιο της βρετανικής μικροαστικής σταθερότητας— σε άπιαστο όνειρο για τις νεότερες γενιές. Η κοινωνική κινητικότητα, που αποτελούσε βασικό μύθο της βρετανικής φιλελεύθερης δημοκρατίας, παγώνει.    

Η τρίτη κρίση είναι ίσως η πιο επικίνδυνη: η κρίση της ίδιας της βρετανικής ταυτότητας. Το Ηνωμένο Βασίλειο δεν είναι ένα έθνος-κράτος με τη γαλλική έννοια. Είναι μια ιστορική κατασκευή ισορροπιών ανάμεσα σε Αγγλία, Σκωτία, Ουαλία και Βόρεια Ιρλανδία, συγκολλημένη επί δεκαετίες από την αυτοκρατορία, τη μοναρχία και την οικονομική ισχύ του Λονδίνου. Όταν αυτά τα συνεκτικά στοιχεία αποδυναμώνονται, αναδύονται ξανά τα εσωτερικά ρήγματα.  

Η Σκωτία βλέπει όλο και περισσότερο το Λονδίνο ως ξένο πολιτικό κέντρο. Η Βόρεια Ιρλανδία παραμένει μια εύθραυστη γεωπολιτική εξαίρεση όπου το Brexit επανέφερε ερωτήματα που υποτίθεται είχαν κλείσει με τη Συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής. Ακόμη και η ίδια η έννοια της «βρετανικότητας» συρρικνώνεται και μετατρέπεται σταδιακά σε αγγλικό εθνικισμό. Το παράδοξο είναι ιστορικό: η Αγγλία, η δύναμη που δημιούργησε το Ηνωμένο Βασίλειο, ίσως εξελιχθεί τελικά στη δύναμη που το διαλύει.  

Όμως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της βρετανικής κρίσης δεν είναι η παρακμή αυτή καθαυτή. Όλες οι αυτοκρατορίες παρακμάζουν. Το κρίσιμο είναι ότι η Βρετανία λειτουργεί σαν μεγεθυντικός φακός των αντιφάσεων ολόκληρης της Δύσης. Εκεί εμφανίζονται σε πιο συμπυκνωμένη μορφή οι συνέπειες της αποσύνδεσης ανάμεσα στην οικονομική παγκοσμιοποίηση και στη δημοκρατική κυριαρχία.  

Στις μεταπολεμικές δεκαετίες, οι δυτικές δημοκρατίες στηρίζονταν σε έναν σιωπηρό συμβιβασμό: οι αγορές θα παρήγαγαν ανάπτυξη και το κράτος θα αναδιανέμει μέρος αυτής της ευημερίας, εξασφαλίζοντας κοινωνική συνοχή. Από τη δεκαετία του 1980 και μετά, η ισορροπία αυτή άρχισε να καταρρέει. Το κεφάλαιο απέκτησε παγκόσμια κινητικότητα, ενώ η δημοκρατία παρέμεινε εγκλωβισμένη στο εθνικό επίπεδο. Οι κυβερνήσεις μπορούσαν ακόμη να κερδίζουν εκλογές, αλλά όχι να ελέγχουν πραγματικά τις δομές που καθορίζουν τη ζωή των πολιτών. Η πολιτική μετατράπηκε σε διαχείριση περιορισμών.  

Η Βρετανία υπήρξε πρωτοπόρος αυτής της μετάβασης και τώρα βιώνει τις συνέπειές της νωρίτερα και εντονότερα από άλλους. Η συνεχής εναλλαγή πρωθυπουργών μετά το δημοψήφισμα του 2016 —Κάμερον, Μέι, Τζόνσον, Τρας, Σούνακ— δεν ήταν απλή αστάθεια προσώπων. Ήταν ένδειξη ότι το ίδιο το πολιτικό σύστημα αδυνατεί να παράγει σταθερή στρατηγική. Οι κυβερνήσεις μοιάζουν ολοένα και περισσότερο με προσωρινές διοικήσεις κρίσης.

Η βρετανική κρίση αποκτά πραγματική ιστορική σημασία μόνο όταν ιδωθεί πέρα από τα εθνικά της όρια. Διότι όσα συμβαίνουν σήμερα στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν αποτελούν βρετανική ιδιαιτερότητα αλλά προεικόνιση μιας ευρύτερης δυτικής μετάβασης.  

Στη Γαλλία του Μακρόν, η τεχνοκρατική διακυβέρνηση διατηρεί τη διοικητική αποτελεσματικότητα του κράτους αλλά δυσκολεύεται ολοένα και περισσότερο να παράγει κοινωνική νομιμοποίηση, όπως έδειξαν οι εκρήξεις των Κίτρινων Γιλέκων και η διαρκής σύγκρουση γύρω από το ασφαλιστικό.   

Στη Γερμανία, το μεταπολεμικό παραγωγικό μοντέλο που στηρίχθηκε στη βιομηχανική υπεροχή, στη φθηνή ενέργεια και στις εξαγωγές εμφανίζει σημάδια εξάντλησης σε έναν κόσμο γεωπολιτικού ανταγωνισμού και αποπαγκοσμιοποίησης.  

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η πόλωση που κορυφώθηκε με τον Trump δεν αποτελεί απλώς πολιτισμικό πόλεμο αλλά σύμπτωμα βαθιάς κοινωνικής αποσύνθεσης μέσα στην ίδια τη μητρόπολη του δυτικού καπιταλισμού. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, διαφορετικές ιστορικές διαδρομές οδηγούν στο ίδιο αδιέξοδο: οι δυτικές δημοκρατίες μοιάζουν ολοένα και λιγότερο ικανές να μετατρέψουν την οικονομική ισχύ σε συλλογικό μέλλον. Επειδή τότε η κρίση παύει να είναι συγκυριακή και γίνεται δομική. Μια οικονομική κρίση μπορεί να ξεπεραστεί. Μια κυβερνητική αστάθεια επίσης. Ακόμη και μια κοινωνική έκρηξη μπορεί να απορροφηθεί από ένα πολιτικό σύστημα που διαθέτει νομιμοποίηση και ιστορικό ορίζοντα.  

Το πραγματικά επικίνδυνο σημείο αρχίζει όταν οι ίδιες οι κοινωνίες παύουν να πιστεύουν ότι η πολιτική μπορεί ακόμη να αλλάξει ουσιαστικά τη ζωή τους. Η παλιά δυτική δημοκρατία στηριζόταν σε μια θεμελιώδη υπόσχεση: ότι μέσω της ψήφου, των κομμάτων και των θεσμών, οι κοινωνικές συγκρούσεις μπορούσαν να μετατραπούν σε συλλογική προοπτική. Ο πολίτης αποδεχόταν ακόμη και δύσκολες ανισότητες επειδή πίστευε ότι το σύστημα παρήγαγε κινητικότητα, σταδιακή βελτίωση και ιστορική κατεύθυνση.  

Όταν όμως οι εκλογές δεν αλλάζουν τις βασικές οικονομικές πολιτικές, όταν οι κυβερνήσεις μοιάζουν απλοί διαχειριστές περιορισμών, όταν η νέα γενιά ζει χειρότερα από την προηγούμενη και όταν η εξουσία φαίνεται να βρίσκεται έξω από το εθνικό πολιτικό πεδίο, τότε η δημοκρατία διατηρεί τη μορφή της αλλά χάνει τη λειτουργία της. Αυτό είναι ίσως το πιο επικίνδυνο χαρακτηριστικό της σύγχρονης δυτικής κρίσης. Δεν παράγει απαραίτητα θεαματικές καταρρεύσεις ή ανοιχτές δικτατορίες. Παράγει αργή αποσύνθεση. Οι πολίτες δεν εξεγείρονται πάντοτε· συχνά αποσύρονται. Γίνονται κυνικοί, αδιάφοροι ή εγκλωβίζονται σε πολιτισμικούς και ταυτοτικούς πολέμους επειδή δεν πιστεύουν πλέον ότι η οικονομική και πολιτική πραγματικότητα μπορεί να μετασχηματιστεί ουσιαστικά.   

Και τότε εμφανίζεται το βαθύτερο πρόβλημα διακυβέρνησης της Δύσης: τα κράτη συνεχίζουν να διαθέτουν θεσμούς, εκλογές και κοινοβούλια, αλλά δυσκολεύονται ολοένα περισσότερο να παράγουν νομιμοποίηση. Η Βρετανία είναι ίσως το πιο ανησυχητικό παράδειγμα ακριβώς επειδή υπήρξε το ιστορικό πρότυπο κοινοβουλευτικής σταθερότητας. Αν ακόμη και το Westminster —το σύμβολο της φιλελεύθερης κοινοβουλευτικής συνέχειας— μοιάζει σήμερα ανίκανο να δώσει στρατηγική κατεύθυνση στη χώρα, τότε η κρίση δεν αφορά μόνο μια κυβέρνηση ή ένα κόμμα. Αφορά την ίδια την ικανότητα των δυτικών δημοκρατιών να κυβερνούν σε έναν κόσμο όπου το κεφάλαιο είναι παγκόσμιο, η πολιτική παραμένει εθνική και οι κοινωνίες γίνονται ολοένα πιο κατακερματισμένες. Γι’ αυτό και η αποσύνθεση της εποχής μας δεν έρχεται πια με τανκς στους δρόμους, αλλά με τη σταδιακή εξάντληση της πίστης ότι το δημοκρατικό σύστημα μπορεί ακόμη να παράγει ιστορία αντί απλώς να διαχειρίζεται παρακμή.  

Το πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι η βρετανική κρίση δεν γεννά μεγάλα πολιτικά οράματα αλλά μικρές διαχειριστικές ψευδαισθήσεις.

Η δεξιά υπόσχεται επιστροφή σε μια αυτοκρατορική φαντασίωση ανεξαρτησίας που δεν αντιστοιχεί πλέον στις υλικές δυνατότητες της χώρας.

Η κεντροαριστερά υπόσχεται τεχνοκρατική σταθερότητα χωρίς να αγγίζει τις δομές που παράγουν τη δυσαρέσκεια. Το αποτέλεσμα είναι μια κοινωνία παγιδευμένη ανάμεσα στον κυνισμό και στην πολιτισμική υστερία.  

Στο μεταξύ, η ίδια η έννοια της δημοκρατίας αλλάζει χαρακτήρα. Το βρετανικό κοινοβουλευτικό μοντέλο βασιζόταν κάποτε στην ιδέα ότι οι συγκρούσεις μπορούσαν να ενσωματωθούν θεσμικά μέσα από κόμματα με σαφή κοινωνική αναφορά. Σήμερα οι συγκρούσεις μεταφέρονται στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, στα τηλεοπτικά πάνελ και σε διαρκείς εκστρατείες συναισθηματικής πόλωσης. Το Westminster μοιάζει όλο και περισσότερο με σκηνικό θεάτρου που αναπαριστά μια κυριαρχία την οποία δεν διαθέτει πλέον.  

Κι όμως, ίσως ακριβώς εδώ να βρίσκεται το ιστορικό ενδιαφέρον της Βρετανίας. Επειδή η χώρα αυτή υπήρξε το πρώτο εργαστήριο του κοινοβουλευτισμού, η σημερινή της κρίση φωτίζει και τα όρια του ίδιου του δυτικού δημοκρατικού μοντέλου. Δεν πρόκειται απλώς για «βρετανική ιδιαιτερότητα». Είναι προειδοποίηση. Όταν οι θεσμοί συνεχίζουν να λειτουργούν αλλά αδυνατούν να παράγουν κοινωνική προσδοκία, η δημοκρατία δεν καταρρέει απαραίτητα με πραξικοπήματα. Αδειάζει αργά από περιεχόμενο.  

Η ιστορία της Βρετανίας υπήρξε επί αιώνες η ιστορία της πολιτικής προσαρμογής. Το ερώτημα σήμερα είναι αν το σύστημα διαθέτει ακόμη την ικανότητα να μετασχηματίζεται ή αν έχει παγιδευτεί στη νοσταλγία της ίδιας του της επιτυχίας. Διότι οι αυτοκρατορίες δεν πεθαίνουν μόνο όταν χάνουν ισχύ. Πεθαίνουν όταν συνεχίζουν να μιλούν τη γλώσσα μιας εποχής που έχει ήδη τελειώσει.  

Και ίσως το πιο ειρωνικό στοιχείο είναι ότι η χώρα που δίδαξε στον δυτικό κόσμο πώς να περιορίζει την εξουσία μέσω θεσμών, βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με μια πολύ πιο άυλη μορφή εξουσίας: τις αγορές, τα δίκτυα πληροφορίας, τις υπερεθνικές οικονομικές ροές και την αποπολιτικοποίηση της ίδιας της οικονομίας. Η παλιά σύγκρουση ανάμεσα στον βασιλιά και στο κοινοβούλιο είχε σαφή αντίπαλα στρατόπεδα. Η σύγχρονη κρίση δεν έχει ορατό τύραννο. Γι’ αυτό και είναι πιο δύσκολο να αντιμετωπιστεί.  

Η Βρετανία μοιάζει σήμερα με χώρα που διατηρεί άθικτα τα σκηνικά της ιστορίας της —τη μοναρχία, τις τελετουργίες, το Westminster, τη ρητορική περί κοινοβουλευτικής κυριαρχίας— ενώ στο παρασκήνιο αλλάζει βίαια η κοινωνική και γεωπολιτική της θέση. Είναι μια μετα-αυτοκρατορική δύναμη που δεν έχει ακόμη αποφασίσει αν θα αποδεχθεί τον περιορισμό της ή αν θα συνεχίσει να μετατρέπει την παρακμή της σε θέαμα εθνικής εξαίρεσης. 

Ίσως αυτό να είναι τελικά το πραγματικό βρετανικό δράμα: όχι ότι η χώρα βρίσκεται σε κρίση, αλλά ότι η ίδια η γλώσσα με την οποία κατανοούσε επί αιώνες τον εαυτό της δεν αρκεί πλέον για να περιγράψει την πραγματικότητα. Η βρετανική κρίση προκαλεί τόσο μεγάλη ανησυχία στη Δύση ακριβώς επειδή μοιάζει λιγότερο με εξαίρεση και περισσότερο με προαναγγελία.

Χορηγούμενο
AKTINOVOLIA
Χορηγούμενο
Cargo
Προσφορά Α Προσφορά B Προσφορά C
Προσφορά Α Προσφορά B Προσφορά C
Hide Ads for Premium Members by Subscribing
Hide Ads for Premium Members. Hide Ads for Premium Members by clicking on subscribe button.
Subscribe Now