
Ενεργειακή αρχιτεκτονική Ισραήλ
[χρόνος ανάγνωσης 2 λεπτά και 29 δευτ.]
Το Ισραήλ έχει μεταμορφώσει το ενεργειακό του προφίλ την τελευταία δεκαπενταετία, περνώντας από μια μακρά περίοδο εξάρτησης από εισαγωγές σε μια φάση παραγωγής και εξαγωγής φυσικού αερίου που αναδιαμορφώνει τις ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο. Παρά την πρόοδο, η οικονομία εξακολουθεί να στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στο εισαγόμενο αργό πετρέλαιο, ενώ οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα παραμένουν υψηλές, αποτυπώνοντας τις αντιφάσεις μιας αγοράς που κινείται ταυτόχρονα προς την ενεργειακή αυτάρκεια και προς την κλιματική επιβάρυνση.
Η ενεργειακή στρατηγική της χώρας στηρίζεται σε τρεις βασικούς άξονες, τα μεγάλα υπεράκτια κοιτάσματα φυσικού αερίου, το απομονωμένο ηλεκτρικό δίκτυο που λειτουργεί χωρίς διασυνδέσεις με γειτονικά κράτη και τα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου που διασφαλίζουν επιχειρησιακή συνέχεια σε περιόδους γεωπολιτικής αστάθειας. Τα στοιχεία του Γραφείο Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων (Ο.Ε.Υ.) της Ελληνικής Πρεσβείας στο Τελ Αβίβ καταγράφουν μια αγορά που αναπτύσσεται δυναμικά, αλλά παραμένει εκτεθειμένη σε εξωγενείς διαταραχές, όπως φάνηκε με την πρόσφατη κρίση στα Στενά του Ορμούζ.
Το κοίτασμα Leviathan αποτελεί το μεγαλύτερο ενεργειακό περιουσιακό στοιχείο της χώρας, με αποθέματα που εκτιμώνται σε περίπου 605 δισ. κυβικά μέτρα. Η λειτουργία του από το 2019 έχει καταστήσει το Ισραήλ εξαγωγέα φυσικού αερίου προς την Αίγυπτο και την Ιορδανία, ενώ η διαχείρισή του από την Chevron και τους εταίρους της έχει δημιουργήσει ένα σύνθετο υπεράκτιο σύστημα παραγωγής και επεξεργασίας. Η πρόσφατη αναστολή λειτουργίας του προκάλεσε απώλειες της τάξης των 410 εκατ. ευρώ, επιβεβαιώνοντας ότι η ενεργειακή ασφάλεια παραμένει κρίσιμος παράγοντας για τη μακροοικονομική σταθερότητα.
Το Tamar, το κοίτασμα που εξασφάλισε την ενεργειακή αυτάρκεια της χώρας καλύπτοντας έως και το 70% των αναγκών ηλεκτροπαραγωγής, διατηρεί μια πολυσύνθετη μετοχική δομή με συμμετοχή διεθνών εταιρειών, μεταξύ των οποίων η Chevron, η Mubadala Energy και η SOCAR. Παρέμεινε το μοναδικό κοίτασμα που συνέχισε να λειτουργεί κατά τη διάρκεια των πρόσφατων εχθροπραξιών με το Ιράν, επιβεβαιώνοντας τον στρατηγικό του ρόλο.
Η ελληνικών συμφερόντων Energean έχει αναλάβει από το 2016 τη διαχείριση των κοιτασμάτων Karish και Tanin, με αποθέματα που εκτιμώνται σε περίπου 70 δισ. κυβικά μέτρα. Το Karish προορίζεται να καλύψει την ταχέως αυξανόμενη εγχώρια ζήτηση, η οποία το 2024 ξεπέρασε τα 13 δισ. κυβικά μέτρα και αναμένεται να φθάσει τα 20 δισ. έως το 2030. Η προσωρινή αναστολή λειτουργίας του λόγω του πολέμου προκάλεσε απώλειες περίπου 186 εκατ. ευρώ σε διάστημα μόλις 40 ημερών, αναδεικνύοντας την ευαισθησία της αγοράς σε γεωπολιτικές αναταράξεις.
Το ηλεκτρικό σύστημα του Ισραήλ λειτουργεί ως πλήρως απομονωμένο δίκτυο, χωρίς διασυνδέσεις με γειτονικές χώρες. Η εγκατεστημένη ισχύς των 23,7 GW το 2023 καλύπτεται κατά κύριο λόγο από την Israel Electric Corporation, ενώ οι ΑΠΕ παραμένουν στο 12,5%, πολύ κάτω από τον στόχο του 30% για το 2030. Κατά τη διάρκεια της διακοπής λειτουργίας των Leviathan και Karish, η ηλεκτροπαραγωγή βασίστηκε σχεδόν αποκλειστικά σε άνθρακα και ντίζελ, αυξάνοντας το κόστος και επιβαρύνοντας το περιβαλλοντικό αποτύπωμα. Ο ενεργειακός τομέας αντιπροσωπεύει πάνω από το 76% των εκπομπών CO₂, ενώ ο νέος φόρος άνθρακα που εφαρμόζεται από τον Ιανουάριο του 2024 αναμένεται να αποφέρει έσοδα άνω των 230 εκατ. σέκελ ετησίως.
Το Ισραήλ διατηρεί στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου για τουλάχιστον τρεις μήνες, σύμφωνα με τις συστάσεις του IEA. Το διυλιστήριο Bazan στη Χάιφα, παρά τις ζημιές από πρόσφατες επιθέσεις, συνεχίζει να λειτουργεί χωρίς ουσιαστικές επιπτώσεις στην παραγωγή. Ωστόσο, η χώρα παραμένει πλήρως εξαρτημένη από εισαγωγές αργού πετρελαίου, με σημαντικό μέρος να φθάνει μέσω του αγωγού Μπακού–Τσεϊχάν.
Η κρίση στα Στενά του Ορμούζ δεν έχει προκαλέσει άμεσες ελλείψεις, αλλά οι τιμές των καυσίμων αναμένεται να αυξηθούν κατά περίπου 1 NIS ανά λίτρο τον επόμενο μήνα. Το Υπουργείο Οικονομικών εξετάζει μείωση του φόρου καυσίμων κατά 0,5 NIS για να αποτραπεί η υπέρβαση του ορίου των 8 NIS ανά λίτρο. Το ενεργειακό κόστος των στρατιωτικών επιχειρήσεων είναι ενδεικτικό της πίεσης: μια πτήση μαχητικού προς το Ιράν απαιτεί 12.000 έως 24.000 λίτρα καυσίμου, ποσότητα που αντιστοιχεί σε κατανάλωση ενός ή δύο δεκαετιών για έναν μέσο οδηγό.
Η εικόνα που προκύπτει είναι αυτή μιας χώρας που έχει επιτύχει σημαντική πρόοδο στην ενεργειακή της αυτονομία, αλλά εξακολουθεί να κινείται σε ένα περιβάλλον υψηλής γεωπολιτικής αβεβαιότητας και έντονων διαρθρωτικών προκλήσεων. Η επόμενη δεκαετία θα κρίνει αν το Ισραήλ θα καταφέρει να μετατρέψει την ενεργειακή του ισχύ σε μακροπρόθεσμη οικονομική σταθερότητα και περιφερειακή επιρροή.
