
Η ευρωπαϊκή αγορά οπωροκηπευτικών σε κρίσιμη καμπή
[χρόνος ανάγνωσης 2 λεπτά και 12 δευτ.]
Η νέα ειδική έκθεση 22/2026 του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου, που συνοδεύει το παρόν άρθρο, καταγράφει ότι οι οργανώσεις παραγωγών οπωροκηπευτικών ενισχύουν την ανταγωνιστικότητά τους, αλλά χάνουν σταθερά έδαφος στην ευρωπαϊκή αγορά.
Μια νέα ειδική έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου (ΕΕΣ) φωτίζει τις προκλήσεις και τις αντιφάσεις που αντιμετωπίζουν οι οργανώσεις παραγωγών οπωροκηπευτικών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Παρά τη σημαντική ενωσιακή χρηματοδότηση και τα εργαλεία που διαθέτουν για να ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητά τους, οι οργανώσεις αυτές χάνουν σταθερά μερίδιο αγοράς, ενώ η συμμετοχή των γεωργών μειώνεται με ανησυχητικό ρυθμό.
Σύμφωνα με την έκθεση, οι παραγωγοί οπωροκηπευτικών βρίσκονται αντιμέτωποι με αυξανόμενες οικονομικές και περιβαλλοντικές πιέσεις και συγκεκριμένα το υψηλότερο κόστος παραγωγής, τις ασταθείς τιμές, την μεταβαλλόμενη ζήτηση και τις αυστηρότερες απαιτήσεις ποιότητας. Οι οργανώσεις παραγωγών λειτουργούν ως μηχανισμός συλλογικής άμυνας απέναντι σε αυτές τις πιέσεις, επιτρέποντας κοινές πωλήσεις, επενδύσεις σε σύγχρονο εξοπλισμό, βελτίωση της ποιότητας και ισχυρότερη διαπραγματευτική θέση έναντι των μεγάλων αγοραστών. Ωστόσο, η έκθεση καταγράφει ότι μεταξύ 2012 και 2023 ο αριθμός των γεωργών που συμμετέχουν σε οργανώσεις παραγωγών μειώθηκε κατά 39 %, ενώ ο «συντελεστής οργάνωσης» του κλάδου βρίσκεται σε συνεχή πτώση.
Η Keit Pentus–Rosimannus, Μέλος του ΕΕΣ και υπεύθυνη για τον έλεγχο, επισημαίνει ότι η κατάσταση απαιτεί άμεση πολιτική προσαρμογή: «Εάν σκοπός των οργανώσεων παραγωγών είναι να βοηθούν τους γεωργούς να υψώνουν το ανάστημά τους απέναντι στους μεγάλους αγοραστές και να προσφέρουν στους καταναλωτές μια μεγάλη ποικιλία ευρωπαϊκών οπωροκηπευτικών, οι κανόνες πρέπει να είναι απλούστεροι, η εθνική στήριξη συνεπέστερη και η συμμετοχή σε αυτές ελκυστικότερη».
Το 2023, οι οργανώσεις παραγωγών έλαβαν από την ΕΕ χρηματοδότηση ύψους 1,06 δισ. ευρώ, η οποία αξιοποιήθηκε για εκσυγχρονισμό εξοπλισμού, αυτοματοποίηση, εξοικονόμηση ενέργειας και νερού, πιστοποιήσεις ποιότητας, βελτίωση συσκευασίας και εφοδιαστικής, καθώς και ανάπτυξη σημάτων ποιότητας αναγνωρίσιμων από τους καταναλωτές. Η σύνδεση των κονδυλίων με την αξία της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο ενθαρρύνει τις οργανώσεις να αυξάνουν τον κύκλο εργασιών τους και να προσαρμόζουν την παραγωγή στις ανάγκες της αγοράς. Παρά ταύτα, η διαπραγματευτική ισχύς τους παραμένει περιορισμένη σε σχέση με τους μεγάλους λιανεμπόρους, με εξαίρεση χώρες όπως το Βέλγιο και οι Κάτω Χώρες, όπου οι οργανώσεις έχουν αποκτήσει σημαντικό οικονομικό βάρος.
Η έκθεση αναδεικνύει επίσης μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ των κρατών μελών. Ορισμένες χώρες δεν διαθέτουν καθόλου αναγνωρισμένες οργανώσεις παραγωγών, ενώ σε άλλες το ποσοστό της παραγωγής που διακινείται μέσω αυτών κυμαίνεται από μόλις 0,8 % στη Σλοβενία έως 86 % στη Δανία. Οι διαφορές αυτές αποδίδονται σε ιστορικούς και πολιτισμικούς παράγοντες, αλλά και σε εθνικές επιλογές πολιτικής. Σε ορισμένα κράτη μέλη οι αρχές διαδραματίζουν ενεργό συμβουλευτικό ρόλο και επιτρέπουν ευρύ φάσμα δράσεων, ενώ σε άλλα εφαρμόζονται αυστηρότεροι κανόνες επιλεξιμότητας ή παρέχεται περιορισμένη υποστήριξη. Το αποτέλεσμα είναι άνισοι όροι ανταγωνισμού εντός της ενιαίας αγοράς και μειωμένη ελκυστικότητα συμμετοχής για τους παραγωγούς.
Το ΕΕΣ σημειώνει ότι, παρότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει εντοπίσει τις προκλήσεις, δεν έχει προχωρήσει σε επαρκείς πρωτοβουλίες για την αντιμετώπισή τους ούτε έχει διευκολύνει την εναρμόνιση των πρακτικών μεταξύ των κρατών μελών. Η έκθεση καλεί την Επιτροπή να ενισχύσει τη συγκρισιμότητα των εθνικών πολιτικών, να απλοποιήσει τους κανόνες και να συμβάλει στη δημιουργία ενός πιο συνεκτικού πλαισίου για τις οργανώσεις παραγωγών.
Η γεωργία παραμένει κρίσιμος πυλώνας της ευρωπαϊκής οικονομίας, με 532 δισ. ευρώ συνεισφορά στο ΑΕΠ το 2024 και περίπου 80 δισ. ευρώ σε παραγωγή νωπών οπωροκηπευτικών. Με 1.488 αναγνωρισμένες οργανώσεις παραγωγών και 187.372 μέλη, ο κλάδος διαθέτει σημαντική δυναμική, αλλά η αξιοποίησή της απαιτεί πιο συνεκτική πολιτική, απλούστερους κανόνες και ισχυρότερη εθνική στήριξη.
Ολόκληρη η ειδική έκθεση 22/2026, με τίτλο «Οργανώσεις παραγωγών στον τομέα των οπωροκηπευτικών – Γόνιμο έδαφος για την ανταγωνιστικότητα, αν καλλιεργηθεί προσεκτικά», με τα βασικά στοιχεία και ευρήματα του ελέγχου
