Το σκάνδαλο του πολύτροπου και το κλέος του πτολίπορθου Η διαλεκτική του νόστου: από τον Όμηρο στον Καζαντζάκη

[χρόνος ανάγνωσης 10 λεπτά και 10 δευτ.]

Του Σωκράτη Αργύρη  

Λίγα ομηρικά επίθετα συμπυκνώνουν τόσο πυκνά μια ολόκληρη ανθρωπολογία όσο το πολύτροπος και το πτολίπορθος. Στην πρώτη τους μορφή υμνούν τον άνθρωπο της ευφυΐας, της πολεμικής τέχνης και της νίκης· στην καζαντζακική τους επανερμηνεία, όμως, μεταβάλλονται σε ονόματα μιας αδιάκοπης υπαρξιακής δοκιμασίας.

Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι απλώς πώς αλλάζει ο Οδυσσέας από τον Όμηρο στον Καζαντζάκη, αλλά πώς μετασχηματίζεται η ίδια η έννοια του νόστου. Από την επιστροφή στην εστία περνάμε στην άρνηση κάθε οριστικής κατάληξης· από την αποκατάσταση της τάξης στην αέναη περιπλάνηση της συνείδησης.

Η έννοια του νόστου, όπως κληροδοτήθηκε από την ομηρική αρχαιότητα, δεν υπήρξε ποτέ μια απλή γεωγραφική επιστροφή, αλλά μια βαθιά οντολογική αποκατάσταση, μια απόπειρα του ανθρώπου να συμφιλιωθεί με το κέντρο του εαυτού του μέσα από την ανάκτηση της εστίας. Στο ομηρικό έπος, ο νόστος λειτουργεί ως η έλξη ενός υπαρξιακού μαγνήτη: η Ιθάκη δεν είναι απλώς ένας βράχος στο Ιόνιο, αλλά το σημείο όπου ο χρόνος παύει να είναι γραμμικός και διαβρωτικός, μετατρεπόμενος σε έναν κυκλικό λιμένα δικαίωσης, όπου η κοινωνική τάξη, η βασιλεία και η συζυγική πίστη αποκαθίστανται μετά την κοσμογονική αποδιοργάνωση του Τρωικού Πολέμου.

Ωστόσο, όταν ο Νίκος Καζαντζάκης επιχειρεί να αναμετρηθεί με αυτό το αρχέτυπο, η έννοια της επιστροφής υφίσταται μια ριζική, σχεδόν βίαιη μεταμόρφωση, μετατρέποντας τη διαλεκτική του νόστου σε μια διαρκή, αγωνιώδη φυγή. Για τον Κρητικό στοχαστή, η επιστροφή στην πατρίδα ισοδυναμεί με πνευματικό θάνατο, με μια πρόωρη απολίθωση της ανθρώπινης συνείδησης, η οποία οφείλει να βρίσκεται σε μια κατάσταση αέναης κινητικότητας.

Η δική του «Οδύσεια», ένα μνημειώδες έπος 33.333 στίχων που δημοσιεύτηκε το 1938, ξεκινά ακριβώς εκεί όπου ο Όμηρος θέτει το σημείο της τελικής ανάπαυσης. Ο καζαντζακικός Οδυσσέας πατά το χώμα της Ιθάκης, αντικρίζει τους μνηστήρες νεκρούς και το παλάτι του αποκατεστημένο, αλλά αντί για την ανακούφιση του επαναπατρισμού, αισθάνεται το βάρος μιας ανυπόφορης ασφυξίας. Το σπίτι, η γυναίκα, ο γιος και η σταθερότητα του θρόνου εμφανίζονται στα μάτια του ως δεσμά που απειλούν να ευνουχίσουν την εσωτερική του ορμή. Αυτή η άρνηση του παραδοσιακού νόστου δεν αποτελεί μια απλή λογοτεχνική ανατροπή, αλλά το θεμέλιο μιας ολόκληρης φιλοσοφικής ανθρωπολογίας, η οποία διαμορφώθηκε μέσα από τη βαθιά και επώδυνη μαθητεία του Καζαντζάκη στα ρεύματα της ευρωπαϊκής σκέψης των αρχών του 20ού αιώνα, και κυρίως στις θεωρίες του Φρίντριχ Νίτσε και του Ανρί Μπεργκσόν.

Η αναζήτηση ταυτότητας στον Καζαντζάκη περνά μέσα από μια διαρκή, σχεδόν ιερή βεβήλωση των κλασικών προτύπων, καθώς ο ίδιος επιχειρεί να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στην ελληνική του καταγωγή και τη μοντερνιστική κρίση αξιών που βιώνει η Ευρώπη των αρχών του 20ού αιώνα. Ομηρικός και ταυτόχρονα αντιομηρικός, χρησιμοποιεί τη μορφή του Οδυσσέα όχι για να υμνήσει την ελληνική ισορροπία, αλλά για να εικονογραφήσει το τραγικό μεγαλείο του ανθρώπου που έχει συνειδητοποιήσει τον «θάνατο του Θεού». Η επιρροή του Φρίντριχ Νίτσε υπήρξε καθοριστική για τη διαμόρφωση της σκέψης του. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του στο Παρίσι μελέτησε συστηματικά το έργο του Νίτσε, ενώ παράλληλα ασχολήθηκε και μεταφραστικά με κείμενα που σχετίζονταν με τη νιτσεϊκή φιλοσοφία, γεγονός που συνέβαλε στη βαθύτερη αφομοίωσή της.

Ο καζαντζακικός Οδυσσέας αποτελεί έτσι τη λογοτεχνική ενσάρκωση ενός ανθρώπου που έχει υπερβεί τις παραδοσιακές ηθικές κατηγορίες του καλού και του κακού, αρνείται τις μεταφυσικές παρηγοριές και αναλαμβάνει την πλήρη ευθύνη της ύπαρξής του μέσα σε ένα σύμπαν αδιάφορο απέναντι στις ανθρώπινες προσδοκίες. Η νιτσεϊκή ιδέα της αιώνιας επιστροφής δεν εμφανίζεται εδώ ως επιστροφή σε μια γεωγραφική εστία, αλλά ως η ριζική αποδοχή της μοίρας (amor fati), όπου ο άνθρωπος επιθυμεί να ξαναζήσει κάθε στιγμή της ζωής του, με όλο της τον πόνο και τη δημιουργική της ένταση, χωρίς να αναζητά καμία λύτρωση έξω από την ίδια την πράξη της δημιουργίας.

Έτσι, ο Οδυσσέας του Καζαντζάκη, φεύγοντας από την Ιθάκη, ξεκινά μια πορεία προς το απόλυτο μηδέν, μια γεωγραφική και πνευματική κάθοδο προς τον Νότιο Πόλο, που συμβολίζει την τελική απογύμνωση της συνείδησης από κάθε ψευδαίσθηση. Ταξιδεύει στη Σπάρτη για να κλέψει την Ελένη, όχι από ερωτικό πάθος, αλλά για να διασώσει την ομορφιά από την αποσύνθεση της καθημερινότητας, μεταφέροντάς την στο πεδίο του κινδύνου. Συνεχίζει στην Κρήτη, όπου γίνεται μάρτυρας και συμμέτοχος της πτώσης του Μινωικού πολιτισμού, και έπειτα στην Αίγυπτο, όπου αναμιγνύεται στις εξεγέρσεις των καταπιεσμένων. Αυτή ακριβώς η ενεργός εμπλοκή του στις επαναστάσεις των δούλων και των προλετάριων αποτελεί μια ευθεία λογοτεχνική μεταφορά δανεισμένη από τη νιτσεϊκή θεωρία για την «εξέγερση των δούλων στην ηθική», όπου οι καταπιεσμένες μάζες ανατρέπουν τις κατεστημένες αξίες των κυριάρχων, έστω κι αν ο Οδυσσέας χρησιμοποιεί αυτή την έκρηξη για να υπερβεί τελικά και τις δικές τους ανάγκες, αναζητώντας την καταστροφή των παλαιών μορφών και τη διάσπαση των κοινωνικών και θρησκευτικών δομών προκειμένου να απελευθερωθεί η εσωτερική φωτιά που κρύβεται μέσα στην ύλη.

Αυτή η εσωτερική φωτιά, η ασταμάτητη ώθηση προς τα εμπρός που αρνείται να παγώσει σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη μορφή, συνδέει άμεσα τον Καζαντζάκη με τον έτερο μεγάλο πυλώνα της πνευματικής του συγκρότησης, τον Ανρί Μπεργκσόν. Μαθητής του Μπεργκσόν στο Collège de France, ο Καζαντζάκης γοητεύτηκε βαθύτατα από την έννοια της «ζωτικής ορμής» (élan vital), της τυφλής, δημιουργικής δύναμης που διαπερνά την ύλη και την αναγκάζει να εξελίσσεται προς όλο και υψηλότερα επίπεδα συνειδητότητας.

Στη μπεργκσονική φιλοσοφία, ο χρόνος δεν είναι μια σειρά από στατικά, αποσπασματικά στιγμιότυπα, αλλά μια ρέουσα διάρκεια (durée), μια αδιαίρετη συνέχεια όπου το παρελθόν εισβάλλει στο παρόν για να δημιουργήσει ένα απολύτως απρόβλεπτο μέλλον. Μεταφρασμένη στο λογοτεχνικό και μεταφυσικό σύμπαν του Καζαντζάκη, η ζωτική ορμή μετατρέπεται σε μια ανηλεή υποχρέωση του ανθρώπου να «ανηφορίζει», να μετουσιώνει τη σάρκα σε πνεύμα, να γίνεται ο ίδιος το όχημα μέσω του οποίου ο Θεός—που εδώ δεν είναι ένας παντοδύναμος δημιουργός, αλλά μια πάσχουσα, εξελισσόμενη δύναμη μέσα στον κόσμο—προσπαθεί να απελευθερωθεί από τα δεσμά της ύλης.

Ο νόστος, επομένως, υπό το πρίσμα του Μπεργκσόν, καθίσταται αδύνατος ως επιστροφή στο παρελθόν, διότι το παρελθόν έχει ήδη ενσωματωθεί στη ροή της ύπαρξης και κάθε προσπάθεια στατικής καθήλωσης αποτελεί προδοσία της ίδιας της ζωής. Ο Οδυσσέας δεν μπορεί να επιστρέψει στην Ιθάκη, διότι ο ίδιος δεν είναι πλέον ο άνθρωπος που έφυγε για την Τροία· η διάρκεια του χρόνου τον έχει μεταμορφώσει, και η μόνη αυθεντική στάση απέναντι σε αυτή τη μεταμόρφωση είναι η συνέχιση της πορείας προς το άγνωστο. Η διαλεκτική του νόστου μεταβάλλεται έτσι από μια κίνηση σύγκλισης και επανένωσης σε μια τροχιά διαρκούς απόκλισης, όπου η ταυτότητα δεν ανακαλύπτεται στην καταγωγή, αλλά σφυρηλατείται στην ίδια την πράξη της διαρκούς αυτο-ξεπέρασης.

Σε αυτή την πορεία, η σχέση του Καζαντζάκη με τον Όμηρο αποκτά τα χαρακτηριστικά μιας βαθιάς, πατροκτονικής αναμέτρησης. Ο Όμηρος αντιπροσωπεύει για τον Κρητικό συγγραφέα την παιδική ηλικία της ανθρωπότητας, μια εποχή όπου ο κόσμος, παρά τη σκληρότητά του, διατηρούσε μια οργανική ενότητα, όπου οι θεοί συνομιλούσαν με τους ανθρώπους και η θάλασσα, όσο επικίνδυνη κι αν ήταν, οδηγούσε πάντα σε ένα λιμάνι. Ο Καζαντζάκης, ωστόσο, γράφει σε μια εποχή όπου αυτή η ενότητα έχει διαρραγεί οριστικά.

Η δική του «Οδύσεια» είναι το έπος της νεωτερικής μοναξιάς, της αποσύνθεσης των μεγάλων αφηγήσεων και της συντριβής των παραδοσιακών ανθρωπιστικών αξιών. Ο δικός του ήρωας δεν προστατεύεται από καμία Αθηνά· είναι απολύτως μόνος, ένας «ακρίτας» της συνείδησης που στέκεται στα όρια του πολιτισμού και της βαρβαρότητας, του φωτός και του σκότους. Η ταυτότητα του Καζαντζάκη, όπως αντανακλάται στον Οδυσσέα του, είναι μια ταυτότητα διχασμένη, μετέωρη ανάμεσα στην ανατολική μυστικοπάθεια και τη δυτική ορθολογική δράση, ανάμεσα στον ασκητισμό και τον διονυσιασμό.

Αυτός ο δυϊσμός, ο οποίος διατρέχει ολόκληρο το έργο του, από την «Ασκητική» μέχρι τα μεγάλα του μυθιστορήματα, βρίσκει την απόλυτη έκφρασή του στην άρνηση του ομηρικού τέλους. Για τον Όμηρο, η σφαγή των μνηστήρων είναι η κάθαρση που επιτρέπει την επιστροφή στην ομαλότητα· για τον Καζαντζάκη, είναι η στιγμή της συνειδητοποίησης ότι η ομαλότητα είναι μια αυταπάτη. Ο Οδυσσέας του κατανοεί ότι ο πραγματικός εχθρός δεν ήταν οι μνηστήρες που έτρωγαν το βιός του, αλλά η ίδια η τάση για ειρήνευση, η επιθυμία για ασφάλεια που απειλεί να κοιμίσει τη συνείδηση. Η φυγή του από την Ιθάκη είναι μια πράξη πνευματικής αυτοάμυνας απέναντι στον πειρασμό του ευνουχιστικού επαναπατρισμού.

Αυτή η ριζική επανερμηνεία του νόστου φωτίζει και τη βαθύτερη πολιτική και κοινωνική διάσταση του έργου του Καζαντζάκη, η οποία συχνά παραγνωρίζεται πίσω από τον μεταφυσικό του μανδύα. Σε μια περίοδο όπου η Ευρώπη συγκλονίζεται από την άνοδο του φασισμού, τον σταλινικό αυταρχισμό και την κρίση των φιλελεύθερων δημοκρατιών, η άρνηση του Οδυσσέα να εγκατασταθεί σε μια μόνιμη Πολιτεία αντανακλά την απογοήτευση του ίδιου του συγγραφέα από τα μεγάλα πολιτικά και κοινωνικά συστήματα της εποχής του. Η ανάλυση που επιχειρεί ο Καζαντζάκης γύρω από την παρακμή και την κρίση της δημοκρατίας είναι εμφανώς επηρεασμένη από τη μπεργκσονική διάκριση μεταξύ της «κλειστής» και της «ανοιχτής κοινωνίας».

Όταν ο Οδυσσέας ιδρύει στα βάθη της Αφρικής μια ιδανική Πολιτεία, μια ουτοπία βασισμένη στις αρχές της δικαιοσύνης και της ελευθερίας, επιχειρεί να πραγματοποιήσει τη δική του εκδοχή μιας ανοιχτής κοινωνίας της δημιουργικότητας και της ζωτικής ορμής. Η απόπειρα αυτή συνομιλεί αναπόφευκτα με τη μακραίωνη ελληνική φιλοσοφική παράδοση της αναζήτησης της ιδανικής πολιτείας, από την πλατωνική «Πολιτεία» έως τους «Νόμους». Ωστόσο, ενώ στον Πλάτωνα η πολιτική τάξη αποτελεί προϊόν μιας ορθολογικής αρχιτεκτονικής που αποβλέπει στη σταθερότητα και στη δικαιοσύνη, στον Καζαντζάκη κάθε πολιτειακή μορφή παραμένει προσωρινή, εκτεθειμένη στη φθορά και στην ανατροπή.

Η Πολιτεία του Οδυσσέα δεν καταρρέει επειδή απέτυχε να προσεγγίσει το ιδανικό της, αλλά επειδή καμία ανθρώπινη κατασκευή δεν μπορεί να εγκλωβίσει οριστικά τη δημιουργική ορμή της ζωής. Γι’ αυτό και η ουτοπία αυτή οδηγείται νομοτελειακά στην καταστροφή από έναν σεισμό, όχι ως απλή αποτυχία, αλλά ως αποκάλυψη της αδυναμίας κάθε μορφής να παραμείνει αιώνια αμετάβλητη.

Η καταστροφή αυτή δεν αποτελεί για τον Οδυσσέα μια απλή ήττα, αλλά την επιβεβαίωση μιας βαθύτερης νιτσεϊκής αρχής: η ζωή δεν ολοκληρώνεται στην κατάκτηση μιας τελικής μορφής, αλλά στην αδιάκοπη υπέρβαση κάθε μορφής που απειλεί να μετατρέψει την κίνηση της ύπαρξης σε ακινησία.

Η αξία του ανθρώπου δεν έγκειται στην ολοκλήρωση του έργου, αλλά στην ίδια την πράξη της προσπάθειας, στην ασταμάτητη δημιουργία που δέχεται με χαμόγελο την ίδια της την εκμηδένιση. Εδώ η μπεργκσονική ζωτική ορμή συναντά τη νιτσεϊκή καταστροφή των ειδώλων: ο νόστος του ανθρώπου δεν είναι η εύρεση μιας δίκαιης κοινωνίας, αλλά η διαρκής επανάσταση ενάντια σε κάθε μορφή εξουσίας και σταθερότητας που επιχειρεί να παγώσει τη ροή της ιστορίας. Η ταυτότητα του Καζαντζάκη είναι η ταυτότητα του αιώνιου αιρετικού, του ανθρώπου που δεν μπορεί να ενταχθεί σε κανένα κόμμα, σε καμία εκκλησία και σε καμία πατρίδα, διότι θεωρεί ότι κάθε ένταξη αποτελεί μια μορφή πνευματικής συνθηκολόγησης.

Η γλωσσική αρχιτεκτονική της καζαντζακικής «Οδύσειας» δεν αποτελεί μια απλή αισθητική επιλογή ή μια άσκηση φιλολογικού αρχαϊσμού, αλλά συνιστά την ίδια την υλική υπόσταση της υπαρξιακής φυγής του ήρωα. Για τον Καζαντζάκη, η γλώσσα είναι το πρωτογενές πεδίο όπου διεξάγεται η μάχη για την ελευθερία της συνείδησης, ένας ζωντανός οργανισμός που κινδυνεύει με ασφυξία και απολίθωση όταν εγκλωβίζεται στα στενά όρια της λόγιας παράδοσης ή της αστικής καθημερινότητας. Η απόφασή του να εντάξει στο έπος χιλιάδες σπάνιες, ιδιωματικές και ξεχασμένες λέξεις—συλλεγμένες με σχεδόν θρησκευτική ευλάβεια από τα χείλη βοσκών στον Ψηλορείτη, ναυτικών στα λιμάνια του Αιγαίου και αγροτών στην ελληνική ύπαιθρο—λειτουργεί ως μια γλωσσική αντεπίθεση ενάντια στον πνευματικό μαρασμό.

Ο Καζαντζάκης επιδίδεται σε αυτή την αγωνιώδη αναζήτηση των λέξεων επειδή ακριβώς διακατέχεται από τη βαθιά πίστη ότι ο ζωντανός, προφορικός λόγος προϋπήρχε της γραφής, διασώζοντας την ακατέργαστη, πνευματική ορμή της ανθρώπινης εμπειρίας προτού αυτή παγιδευτεί και τυποποιηθεί στο γραπτό κείμενο. Αυτές οι λέξεις, φορτισμένες με την ενέργεια της γης και της θάλασσας, δεν χρησιμοποιούνται για να διακοσμήσουν το κείμενο, αλλά για να διασπάσουν τις καθιερωμένες νοηματικές δομές και να προσφέρουν νέα οχήματα στη μπεργκσονική ζωτική ορμή.

Ο Καζαντζάκης αντιλαμβάνεται ότι για να περιγράψει έναν νέο, μετα-ομηρικό άνθρωπο που σπάει τα δεσμά του παραδοσιακού νόστου, χρειάζεται μια γλώσσα που να μην έχει ακόμη εξημερωθεί από τον πολιτισμό, μια γλώσσα «άγρια» και πλαστική, ικανή να αποδώσει το διονυσιακό πάθος και τη νιτσεϊκή ένταση της ύπαρξης. Η συσσώρευση αυτού του τεράστιου λεξιλογικού πλούτου μετατρέπει το ίδιο το έπος σε ένα γλωσσικό ταξίδι προς το άγνωστο, όπου ο αναγνώστης αναγκάζεται να αποχωριστεί την ασφάλεια των γνωστών σημασιών και να περιπλανηθεί σε έναν ωκεανό πρωτόγνωρων ήχων και εννοιών. Έτσι, η ίδια η ανάγνωση του έργου μεταβάλλεται σε μια εμπειρία ξενιτειάς και επαναπροσδιορισμού της ταυτότητας, καθώς η γλώσσα παύει να είναι ένας στατικός καθρέφτης της πραγματικότητας και γίνεται το δυναμικό εργαλείο με το οποίο ο άνθρωπος σφυρηλατεί τη μοίρα του, αρνούμενος να επιστρέψει σε οποιοδήποτε προκαθορισμένο πνευματικό λιμάνι.

Μέσα από αυτή τη ρευστή και δυναμική αρχιτεκτονική, ο Καζαντζάκης επιτυγχάνει έναν ριζικό επαναπροσδιορισμό του όρου «ελληνικότητα» στον 20ό αιώνα, αποσπώντας τον από τα αγκυλωμένα στερεότυπα του κλασικισμού και της στατικής προγονολατρείας. Για τον δημιουργό της «Οδύσειας», η ελληνική ταυτότητα δεν είναι ένα μουσειακό κειμήλιο, μια δεδομένη γεωγραφική επικράτεια ή μια κληρονομιά μέτρου, αρμονίας και ισορροπίας, όπως τη φαντάστηκε η δυτική αναγεννησιακή παράδοση και η εγχώρια ακαδημαϊκή ελίτ. Αντίθετα, η ελληνικότητα μετατρέπεται σε μια τραγική, διονυσιακή δύναμη, σε ένα μεταίχμιο όπου η Ανατολή συναντά τη Δύση και η πίστη συγκρούεται με τον απόλυτο μηδενισμό. Είναι η ταυτότητα του «Ακρίτα», του ανθρώπου που ζει και δημιουργεί πάνω στο φλούδι του γκρεμού, γνωρίζοντας ότι κάτω από τα πόδια του χάσκει το χάος, αλλά επιλέγοντας να τραγουδήσει και να πολεμήσει ακριβώς εξαιτίας αυτής της γνώσης.

Ο καζαντζακικός Οδυσσέας ενσαρκώνει μια ελληνικότητα που δεν αναζητά δικαίωση στην επιστροφή σε χρυσούς αιώνες, αλλά στην ικανότητά της να αφομοιώνει τις παγκόσμιες κρίσεις, να καταστρέφει τις ίδιες της τις βεβαιότητες και να αναγεννάται μέσα από την περιπέτεια. Έτσι, το έπος παύει να είναι απλώς ένα ελληνικό ποίημα και γίνεται η οικουμενική κραυγή του μοντέρνου ανθρώπου, ο οποίος, έχοντας χάσει κάθε σταθερό λιμάνι και κάθε θεϊκή προστασία, καλείται να εφεύρει την πατρίδα του μέσα στην ίδια την ασταμάτητη κίνηση της ύπαρξής του.

Αυτή η ριζική επανερμηνεία του νόστου, που εκδιπλώνεται μέσα από την απόλυτη αποδέσμευση του ήρωα από κάθε γεωγραφική και μεταφυσική εστία, βρίσκει την ύστατη δικαίωσή της στην ίδια τη φύση της καζαντζακικής δημιουργίας, εκεί όπου η υπαρξιακή περιπλάνηση ταυτίζεται με την πράξη της χάραξης του κειμένου. Στο λευκό και παγωμένο τοπίο του Νοτίου Πόλου, ο Οδυσσέας δεν αντιμετωπίζει απλώς το βιολογικό του τέλος, αλλά την οριστική απογύμνωση της συνείδησης από τις αυταπάτες ενός προϋπάρχοντος, σταθερού νοήματος.

Στο σημείο αυτό, μια ανάγνωση εμπνευσμένη από την αποδόμηση του Ζακ Ντερριντά επιτρέπει να φωτιστεί μια βαθύτερη ειρωνεία του καζαντζακικού εγχειρήματος. Ενώ ο ίδιος ο συγγραφέας αναζητά μανιωδώς τις αυθεντικές λέξεις της προφορικής λαλιάς, επειδή πιστεύει ότι ο ζωντανός λόγος προηγείται της γραφής, η ίδια η ποιητική του πρακτική φαίνεται να υπονομεύει αυτή τη λογοκεντρική βεβαιότητα. Η πολύχρονη και επίμονη αναγραφή της «Οδύσειας», οι αλλεπάλληλες αναθεωρήσεις της και η ίδια η εμμονή της εγγραφής δείχνουν ότι το νόημα δεν προηγείται του κειμένου ως έτοιμη παρουσία, αλλά συγκροτείται μέσα από την ίδια την πράξη της γραφής. Από αυτή τη σκοπιά, δεν υπάρχει ένας πρωταρχικός, καθαρός Λόγος που αναμένει να αποκαλυφθεί· υπάρχει η αδιάκοπη διαδικασία της εγγραφής, της διαφοράς και του ίχνους, μέσα από την οποία κάθε παρουσία συγκροτείται και ταυτόχρονα αναβάλλεται. Η αλήθεια του ταξιδιού δεν προϋπάρχει· παράγεται, μετασχηματίζεται και διαφοροποιείται καθώς το ίδιο το ταξίδι εγγράφεται στη γλώσσα. Πριν από κάθε συγκροτημένη ομιλία, πριν από κάθε φιλοσοφική σύλληψη της ταυτότητας, προηγείται εκείνη η πρωταρχική εγγραφή που αφήνει το ίχνος της στην ύλη, στη μνήμη και στο κείμενο. Υπό αυτό το πρίσμα, το έπος δεν αποτελεί απλώς την ποιητική έκφραση μιας προϋπάρχουσας φιλοσοφίας, αλλά την ίδια τη διαδικασία μέσα από την οποία η σκέψη αποκτά μορφή, αφήνοντας πίσω της ένα ανοιχτό πλέγμα ιχνών που αντιστέκεται σε κάθε οριστική και τελεσίδικη ερμηνεία.

Η ταυτότητα, επομένως, δεν είναι ένας χαμένος παράδεισος προς τον οποίο επιστρέφει κανείς μέσω της ανάμνησης ενός πρωταρχικού λόγου, αλλά μια ατέρμονη σειρά από ίχνη και διαφορές που παράγονται καθώς ο άνθρωπος κινείται από τον έναν σταθμό στον επόμενο. Ο καζαντζακικός νόστος μετατρέπεται έτσι στην απόλυτη περιπλάνηση μέσα σε αυτό το ανοιχτό δίκτυο των αποτυπωμάτων, όπου κάθε λέξη, κάθε σπάνιο γλωσσικό ιδίωμα που επιστρατεύει ο δημιουργός, δεν ανακαλεί μια σταθερή ουσία, αλλά επιτείνει την απόσταση από την καταγωγή.

Ο θάνατος του Οδυσσέα πάνω στους πάγους επισφραγίζει αυτή την οντολογική μετατόπιση: το χαμόγελό του μπροστά στο εκμηδενιστικό λευκό είναι η αποδοχή ότι δεν υπάρχει καμία πατρική εστία, κανένα αρχικό κέντρο για να τον υποδεχθεί, παρά μόνο η διαρκής, ελεύθερη κίνηση της ίδιας της ύπαρξης που συνεχίζει να γράφει τον εαυτό της στο κενό, μετατρέποντας την ξενιτειά στη μόνη δυνατή και αυθεντική πατρίδα του νεωτερικού ανθρώπου.

Έτσι, ο πολύτροπος του Ομήρου δεν είναι πλέον μόνο ο άνθρωπος των τεχνασμάτων, αλλά ο άνθρωπος της αδιάκοπης μεταμόρφωσης. Και ο πτολίπορθος δεν περιορίζεται στην άλωση μιας πόλης· η πολιορκία στρέφεται πλέον προς το εσωτερικό, καθώς ο ίδιος ο Οδυσσέας γίνεται ο Δούρειος Ίππος του εαυτού του, εισάγοντας μέσα του τη δύναμη που θα ανατρέψει κάθε παγιωμένη μορφή.

Εκεί ακριβώς βρίσκεται το σκάνδαλο του καζαντζακικού Οδυσσέα: το κλέος του δεν γεννιέται από την επιστροφή στην Ιθάκη, αλλά από την άρνηση κάθε οριστικού νόστου.

Χορηγούμενο
AKTINOVOLIA
Χορηγούμενο
Cargo
Προσφορά Α Προσφορά B Προσφορά C
Προσφορά Α Προσφορά B Προσφορά C
Hide Ads for Premium Members by Subscribing
Hide Ads for Premium Members. Hide Ads for Premium Members by clicking on subscribe button.
Subscribe Now