
Νέα Ακτινογραφία Τουρισμού
[χρόνος ανάγνωσης 2 λεπτά]
Η νέα μελέτη του Ινστιτούτου ΣΕΤΕ (ΙΝΣΕΤΕ), με τίτλο «Το προφίλ σημαντικών αγορών του ελληνικού τουρισμού – Α’ μέρος: Ευρωπαϊκές Αγορές», φωτίζει με συστηματικό και τεκμηριωμένο τρόπο τις ταξιδιωτικές προθέσεις των Ευρωπαίων που αποτελούν τον πυρήνα της ζήτησης για τον ελληνικό τουρισμό. Η έρευνα, που βασίζεται σε δεδομένα της GWI Travel και πραγματοποιήθηκε τον Ιανουάριο και Φεβρουάριο του 2026 σε δείγμα περίπου 4.600 ατόμων, εξετάζει τις προθέσεις ταξιδιού για τους επόμενους δώδεκα μήνες, συμπεριλαμβάνοντας την κρίσιμη θερινή περίοδο.
Οι πέντε αγορές που αναλύονται –Γερμανία, Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία, Ιταλία και Ισπανία– συνεισέφεραν το 2025 πάνω από το 46% των συνολικών εσόδων του εισερχόμενου τουρισμού. Η Γερμανία παραμένει η μεγαλύτερη αγορά, το Ηνωμένο Βασίλειο ακολουθεί, ενώ η Γαλλία, η Ιταλία και η Ισπανία διαμορφώνουν ένα ισχυρό ευρωπαϊκό μείγμα με διαφορετικά χαρακτηριστικά και δυναμικές.
Η Ελλάδα καταγράφει υψηλές θέσεις προτίμησης, τρίτη για Γερμανούς και Ιταλούς, τέταρτη για Βρετανούς και Γάλλους και έκτη για Ισπανούς. Το ισχυρό πλεονέκτημα της χώρας παραμένει η ζήτηση για διακοπές κοντά στη θάλασσα, ένα προϊόν που εξακολουθεί να κυριαρχεί στις προτιμήσεις των Ευρωπαίων.
Ωστόσο, η γεωγραφική θέση της Ελλάδας, στην άκρη της Ευρώπης, δημιουργεί μειονέκτημα έναντι προορισμών που είναι προσβάσιμοι οδικώς ή σιδηροδρομικώς, όπως η Ισπανία, η Πορτογαλία, η Ιταλία και η Κροατία. Σε περιβάλλον αβεβαιότητας, περισσότεροι από τρεις στους τέσσερις ταξιδιώτες δηλώνουν ότι είναι πιθανό να επιλέξουν πιο κοντινούς προορισμούς, στοιχείο που επηρεάζει τη συνολική εικόνα.
Η μελέτη καταγράφει μικτή εικόνα για το 2026, με θετικά στοιχεία τη σταθερά υψηλή ζήτηση για διακοπές στη θάλασσα και για city break, δύο κατηγορίες που ευθυγραμμίζονται με το ελληνικό τουριστικό προϊόν. Το αυξανόμενο ενδιαφέρον για φύση και πεζοπορία δημιουργεί ευκαιρίες για Περιφέρειες που επιδιώκουν να ενισχύσουν το αποτύπωμά τους πέρα από το παραδοσιακό μοντέλο «ήλιος και θάλασσα». Παράλληλα, η προτίμηση για ταξίδια διάρκειας 5–7 ημερών και άνω, σε συνδυασμό με πρόθεση για σταθερή ή αυξημένη δαπάνη, ενισχύει τις προοπτικές εσόδων ανά άφιξη.
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά ευρήματα είναι η ενίσχυση της τάσης για κρατήσεις τελευταίας στιγμής. Η «last minute» συμπεριφορά, πιο έντονη φέτος σε σχέση με το 2025, απαιτεί ευελιξία στις πολιτικές κρατήσεων, ισχυρή παρουσία στις μεγάλες πλατφόρμες και στοχευμένες προωθητικές ενέργειες ήδη από τον χειμώνα και την άνοιξη.
Σε επίπεδο αγορών, η Γαλλία διαφοροποιείται σημαντικά. Καταγράφει χαμηλότερη πρόθεση για ταξίδια στο εξωτερικό, χαμηλότερο αριθμό προγραμματισμένων ταξιδιών, αλλά ταυτόχρονα το υψηλότερο ποσοστό «υπερταξιδιωτών» που σχεδιάζουν επτά ή περισσότερα ταξίδια. Οι Γερμανοί και οι Βρετανοί προγραμματίζουν νωρίτερα, ενώ Ιταλοί και Ισπανοί κινούνται πιο κοντά στη λογική της τελευταίας στιγμής. Η αεροπορική εξάρτηση του Ηνωμένου Βασιλείου, σε αντίθεση με τις χερσαίες επιλογές των άλλων χωρών, προσφέρει μεγαλύτερη ελευθερία επιλογής προορισμού, κάτι που η Ελλάδα μπορεί να αξιοποιήσει στρατηγικά.
Ως προς τη δαπάνη, Γερμανοί και Βρετανοί εμφανίζουν μεγαλύτερη ανοχή σε υψηλότερες τιμές διαμονής και αεροπορικών. Αντίθετα, Ιταλοί και Ισπανοί είναι πιο ευαίσθητοι στην τιμή, γεγονός που επηρεάζει τη στρατηγική τιμολόγησης. Οι Γάλλοι κινούνται ενδιάμεσα, με σημαντικό ποσοστό να αποδέχεται υψηλότερες τιμές διαμονής.
Η μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ προσφέρει ένα πολύτιμο εργαλείο για τον στρατηγικό σχεδιασμό του ελληνικού τουρισμού, αναδεικνύοντας τις ευκαιρίες, τις προκλήσεις και τις διαφοροποιήσεις ανά αγορά. Η κατανόηση των προθέσεων, της δαπάνης, της συμπεριφοράς κρατήσεων και των προτιμήσεων αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της χώρας σε μια περίοδο όπου η ευελιξία, η προσαρμοστικότητα και η στοχευμένη προώθηση καθορίζουν την επιτυχία.
Ακολουθεί ολόκληρη η μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ, όπως δημοσιεύθηκε τον Ιούνιο του 2026
